Ὥσπερ δὲ φύλλα πεπτώκασιν ἐκ φυτοῦ, καὶ οὐδὲν ἀπεικὸς εἰ τοῦτο παθόντες, καὶ διαῤῥιπτεῖσθαι πανταχοῦ προσδοκῶσιν οἱ τάλανες· εὐπαρακόμιστον γὰρ ἐσχήκασι τὴν καρδίαν, καὶ οἷον παντὶ περιφερομένην πνεύματι, καὶ οὐδείς ἐστι παρ᾽ αὐτοῖς ὁ γνησίως ἐπικαλεῖσθαι Θεὸν εἰδὼς, ἤγουν διὰ μνήμης ἔχων, ὅτι χρὴ τῆς πρὸς αὐτὸν οἰκειότητος ἀντιλαβέσθαι νεανικῶς· πεπτώκαμεν δὲ, φασὶ, πρὸς τοῦτο ταλαιπωρίας, «ὅτι ἀπέστρεψας τὸ πρόσωπόν σου ἀφ᾽ ἡμῶν, καὶ παρέδωκας ἡμᾶς διὰ τὰς ἁμαρτίας ἡμῶν.» Οὐ γὰρ ἦν εὐπράξαι τοὺς ἀποστροφὴν ὑπομείναντας τὴν παρὰ Θεοῦ, ἀλλ᾽ ἦν πᾶσά πως ἀνάγκη παντὶ περιπείρεσθαι κακῷ τοὺς ταῖς οὕτω πολλαῖς ἁμαρτίαις κατηχθισμένους. <Καὶ νῦν, Κύριε, Πατὴρ ἡμῶν σὺ εἶ. Ἡμεῖς δὲ πηλὸς, ἔργα τῶν χειρῶν σου πάντες ἡμεῖς.
Μετάφραση
Όπως ακριβώς έπεσαν τα φύλλα από το φυτό, και δεν είναι καθόλου παράλογο που, έχοντας πάθει αυτό, προσδοκούν οι ταλαίπωροι να διασκορπιστούν παντού· διότι απέκτησαν καρδιά που εύκολα παρασύρεται, και που περιφέρεται σαν από κάθε άνεμο, και δεν υπάρχει κανείς ανάμεσά τους που να γνωρίζει να επικαλείται γνήσια τον Θεό, δηλαδή να θυμάται ότι πρέπει να προσκολληθεί σθεναρά στην οικειότητα μαζί Του· πέσαμε, λένε, σε αυτό το σημείο ταλαιπωρίας, «διότι απέστρεψας το πρόσωπό σου από εμάς, και μας παρέδωσες εξαιτίας των αμαρτιών μας.» Διότι δεν ήταν δυνατό να ευημερήσουν αυτοί που υπέστησαν την αποστροφή του Θεού, αλλά ήταν απολύτως αναγκαίο να περιπλακούν σε κάθε κακό όσοι ήταν επιβαρυμένοι με τόσο πολλές αμαρτίες. <Και τώρα, Κύριε, Εσύ είσαι ο Πατέρας μας. Εμείς δε είμαστε πηλός, όλοι μας έργα των χεριών σου.>
Περισσότερα
Λεπτομέρειες