Ὀφθαλμὸς» γὰρ, φησὶν, «οὐκ εἶδε, καὶ οὖς οὐκ ἤκουσε, καὶ ἐπὶ καρδίαν ἀνθρώπου οὐκ ἀνέβη, ἂ ἡτοίμασεν ὁ Θεὸς τοῖς ἀγαπῶσιν αὐτόν.» <Καὶ ἔσονται ἐν τῷ δρυμῷ ἐπαύλεις ποιμνίων, καὶ φάραγξ Ἀχὼρ εἰς ἀνάπαυσιν βουκολίων τῳ λαῷ μου, οἳ ἐζήτησάν με.> Ἔθος τῇ θεοπνεύστῳ Γραφῇ δρυμοῖς παρεικάζειν εὐδενδροτάτοις, καὶ ἄνθεσι τοῖς δασέσι τὰς πολυανδρούσας πόλεις, ἢ χώρας ἔσθ᾽ ὅτε, καὶ γοῦν ἔφη τις τῶν ἁγίων προφητῶν, ὡς πρὸς τὴν τῶν Ἰουδαίων μητέρα, φημὶ δὴ τὴν Ἱερουσαλήμ· «Διάνοιξον, ὁ Λίβανος, τὰς θύρας σου, καὶ καταφαγέτω πῦρ τὰς κέδρους σου· ὀλολύξατε, δρῦες τῆς Βασανίτιδος, ὅτι κατεσπάσθη ὁ δρυμὸς ὁ σύμφυτος.» Καὶ οὐ δή που φαίη τις ἂν, ὡς πίτυσί τε καὶ μέντοι δρυσὶν ὀλολύζειν ἐντέλλεται· κομιδῇ γὰρ εὔηθες τὸ χρῆμά ἐστι· ξύλοις δὲ, ὡς ἔφην, ἀφομοιοῦν ἀξιοῖ τὴν ἀριθμοῦ κρείττονα πληθὺν τῶν ἐν ταῖς πόλεσί τε καὶ χώραις.
Μετάφραση
Διότι, λέει, «μάτι δεν είδε και αυτί δεν άκουσε, και σε καρδιά ανθρώπου δεν ανέβηκαν, αυτά που ετοίμασε ο Θεός για εκείνους που τον αγαπούν». <Και θα υπάρξουν στον δρυμό μάντρες ποιμνίων, και η φάραγγα του Αχώρ θα γίνει τόπος ανάπαυσης βοοειδών για τον λαό μου, οι οποίοι με αναζήτησαν.> Είναι συνήθεια της θεόπνευστης Γραφής να παρομοιάζει τις πολυάνθρωπες πόλεις, ή μερικές φορές τις χώρες, με κατάφυτους δρυμούς και πυκνά δάση, και γι' αυτό άλλωστε είπε κάποιος από τους αγίους προφήτες, απευθυνόμενος προς τη μητέρα των Ιουδαίων, εννοώ βέβαια την Ιερουσαλήμ: «Άνοιξε, Λίβανε, τις πύλες σου, και ας καταφάει η φωτιά τους κέδρους σου· θρηνήστε, δρύες της Βασανίτιδος, διότι καταστράφηκε ο πυκνός δρυμός.» Και φυσικά δεν θα μπορούσε κανείς να ισχυριστεί ότι δίνει εντολή στα πεύκα και στις δρύες να θρηνούν· διότι αυτό είναι εντελώς ανόητο· αλλά με τα δέντρα, όπως είπα, θεωρεί σωστό να παρομοιάζει το αναρίθμητο πλήθος των κατοίκων στις πόλεις και στις χώρες.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες