Οὗτος ὁ καπνὸς τοῦ θυμοῦ μου, πῦρ καίεται ἐν αὐτῷ πάσας τὰς ἡμέρας.> Ἀνοσίους ὄντας ἐλέγχει τοὺς ἐξ Ἰσραὴλ, καὶ οὔτι που μόνον κατὰ τὸν τῆς ἐπιδημίας καιρὸν, ἀλλὰ γὰρ ἄνωθεν, καὶ οἷον ἐκ ῥίζης, καὶ ἐκ πατέρων οἱ τὸν θεῖον αὐτοῦ παρωσάμενοι νόμον, καὶ μονονουχὶ τὸ ἐῤῥῶσθαι φθάσαντες ταῖς διὰ Μωσέως ἐντολαῖς, λελατρεύκασιν εἰδώλοις, καὶ τεθύκασι τοῖς ψευδωνύμοις θεοῖς, καὶ πνευμάτων ἀκαθάρτων γεγόνασι θεραπευταί. «Οὗτος ὁ λαὸς ἀεὶ γέγονε,» φησὶ, «παροξύνων με. Τεθύκασι γὰρ ἀκαταλήκτως,» τουτέστιν, ἐν χρόνοις μακροῖς, «ἐνώπιόν μου.» Εἶτα πῶς ἦν δύνασθαι λαθεῖν αὐτοὺς, καίτοι πάντα ἐφορῶντος Θεοῦ; Ἔφη γάρ που, καὶ δι᾽ ἑνὸς τῶν ἁγίων προφητῶν· «Θεὸς ἐγγίζων ἐγώ εἰμι, λέγει Κύριος, καὶ οὐχὶ Θεὸς πόῤῥωθεν, μὴ ἀπ᾽ ἐμοῦ κρυβήσεταί τι;» Οὐκοῦν εἰ μηδὲν ἀπ᾽ αὐτοῦ κρύπτεται, πῶς ἂν ἔλαθον τινὲς θυμιῶντες ἐν κήποις, ἤγουν ἐν δρυμοῖς, ὄρεσί τε καὶ νάπαις;
Μετάφραση
«Αυτός είναι ο καπνός της οργής μου, φωτιά καίει μέσα του όλες τις ημέρες». Ελέγχει τους προερχόμενους από τον Ισραήλ ως ανόσιους, και όχι βέβαια μόνο κατά τον καιρό της επίγειας παρουσίας του, αλλά ήδη από παλιά, και σαν από τη ρίζα τους, και από τους πατέρες τους, εκείνοι που, έχοντας απορρίψει τον θείο νόμο του και έχοντας ουσιαστικά αποχαιρετήσει τις εντολές που δόθηκαν μέσω του Μωυσή, λάτρευσαν τα είδωλα, θυσίασαν στους ψευδώνυμους θεούς και έγιναν υπηρέτες των ακάθαρτων πνευμάτων. «Αυτός ο λαός ανέκαθεν», λέει, «με παρόξυνε. Διότι θυσίαζαν αδιάκοπα», δηλαδή για πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα, «ενώπιόν μου». Έπειτα, πώς ήταν δυνατόν να περάσουν απαρατήρητοι, από τη στιγμή που ο Θεός τα επιβλέπει όλα; Διότι είπε κάπου, μέσω ενός από τους αγίους προφήτες: «Εγώ είμαι Θεός που βρίσκεται κοντά, λέει ο Κύριος, και όχι Θεός από μακριά· μήπως θα κρυφτεί κάτι από εμένα;» Επομένως, εάν τίποτα δεν κρύβεται από αυτόν, πώς θα μπορούσαν να περάσουν απαρατήρητοι κάποιοι που πρόσφεραν θυμίαμα μέσα σε κήπους, ή μάλλον σε δάση, σε βουνά και σε κοιλάδες;
Περισσότερα
Λεπτομέρειες