ΨΑΛΜΟΣ τῷ Ἀσάφ. ΜΘʹ. Ὑπόθεσις. ᾌδει τὸν ψαλμὸν ὁ Ἀσὰφ τοῦ νομοθέτου τὸ πρόσωπον εἰσφέρων, τὰς πάλαι μὲν ἀνατρέπων θυσίας, εἰσφέρων δὲ τὰς τῆς Νέας Διαθήκης, τὰς δι᾽ αἰνέσεως δωροφορίας. [Οἱ Ἰουδαίων πρῶτοι ἀρετῆς ἀμελοῦντες τὸ (sic) ἐνόμιζον εἶναι ἐν τῷ τοὺς νόμους ἀποστοματίζειν καὶ διαγγέλλειν, καὶ θυσίας προσφέρειν. Νόμου δὲ ἀνάγνωσις, καὶ θυσιῶν προσφορὰ τῆς ἐνυπαρχούσης εἰσὶν ἀρετῆς καρπός· ἄνευ δὲ ταύτης ἐκεῖνα ποιεῖν μόνον ὅμοιόν ἐστιν ἀλείφεσθαι μὲν ἐπὶ τῷ παλαίειν, αὐτῶν δὲ τῶν παλαισμάτων καταμελεῖν, ἐξ ὧν ὁ στέφανος. Πρὸς οὖν τοὺς οὕτω διακειμένους ἔλεγχον ποιεῖται ὁ μακάριος Δαυῒδ, τὸν Θεὸν εἰσάγων ὀνειδίζοντα καὶ δεικνύντα, ὅτι μὴ οὔσης ἀρετῆς, τὰς θυσίας ἀποστρέφεται, ὃ καὶ διὰ Ἡσαΐου ἔλεγεν· Ὁ ἄνομος ὁ θύων μοι μόσχον, ὡς ὁ τύπτων ἄνδρα, καὶ τὰ ἑξῆς. Ἐν εἰκόνι οὖν σχηματίζει τὸν Λόγον, καὶ εἰσάγει τὸν Θεὸν ἐξ οὐρανοῦ παραγινόμενον, καὶ καθίζοντα κριτήριον, καὶ τοὺς τῶν Ἰουδαίων κρίνοντα ἄρχοντας, Θεὸς θεῶν ἐλάλησε.] Θεὸς θεῶν Κύριος ἐλάλησε, καὶ ἐκάλεσε τὴν γῆν. Θεοὶ μὲν οἱ ἅγιοι παρὰ τῷ Θεῷ· Δέδωκά σε τῷ Φαραὼ εἰς Θεόν· καὶ, Ἐγὼ εἶπα· Θεοί ἐστε.
Μετάφραση
Ψαλμός του Ασάφ. 49ος. Υπόθεση. Ο Ασάφ ψάλλει τον ψαλμό, εισάγοντας το πρόσωπο του Νομοθέτη, ανατρέποντας αφενός τις παλαιές θυσίες και εισάγοντας αφετέρου αυτές της Νέας Διαθήκης, δηλαδή τις προσφορές που γίνονται μέσω της αινέσεως. [Οι άρχοντες των Ιουδαίων, ενώ παραμελούσαν την αρετή, θεωρούσαν ότι το παν είναι να αποστηθίζουν και να διακηρύσσουν τους νόμους, και να προσφέρουν θυσίες. Όμως, η ανάγνωση του νόμου και η προσφορά των θυσιών είναι καρπός της ενοικούσας αρετής· το να πράττει κανείς μόνο αυτά χωρίς την αρετή, είναι όμοιο με το να αλείφεται κανείς για να παλέψει, αλλά να παραμελεί τους ίδιους τους αγώνες της πάλης, από τους οποίους προέρχεται ο στέφανος. Προς αυτούς λοιπόν που έχουν αυτή τη διάθεση ασκεί έλεγχο ο μακάριος Δαβίδ, παρουσιάζοντας τον Θεό να επιπλήττει και να αποδεικνύει ότι, όταν δεν υπάρχει αρετή, αποστρέφεται τις θυσίες, πράγμα που έλεγε και μέσω του Ησαΐα: «Ο άνομος που μου θυσιάζει μόσχο, είναι σαν αυτόν που σκοτώνει άνθρωπο», και τα εξής. Διαμορφώνει λοιπόν τον λόγο παραστατικά, και εισάγει τον Θεό να κατέρχεται από τον ουρανό, να συγκροτεί δικαστήριο και να κρίνει τους άρχοντες των Ιουδαίων (με τους λόγους): Ο Θεός των θεών ελάλησε.] Ο Θεός των θεών, ο Κύριος, ελάλησε και εκάλεσε τη γη. «Θεοί» βέβαια ονομάζονται οι άγιοι από τον Θεό: «Σε κατέστησα θεό για τον Φαραώ»· και, «Εγώ είπα, θεοί είστε».
Περισσότερα
Λεπτομέρειες