Κἀγὼ ἐκλέξομαι τὰ ἐμπαίγματα αὐτῶν, καὶ τὰς ἁμαρτίας αὐτῶν ἀνταποδώσω αὐτοῖς, ὅτι ἐκάλεσα αὐτοὺς, καὶ οὐχ ὑπήκουσαν, καὶ ἐποίησαν τὸ πονηρὸν ἐναντίον μου. Καὶ ἃ οὐκ ἠβουλόμην, ἐξελέξαντες.> Ἀπολογεῖται πάλιν, καὶ ἐμφανῆ καθίστησι τὴν αἰτίαν, ἐφ᾽ ᾗ καὶ ἀπόπεμπτος γέγονεν ὁ Ἰσραὴλ, καίτοι πρωτότοκος ὠνομασμένος, καὶ κλῆρος Θεοῦ χρηματίσας. «Ἐπελέξαντο γὰρ, φησὶν, αὐτοὶ τὰς ὁδοὺς αὐτῶν, καὶ τὰ βδελύγματα αὐτῶν, ἃ ἡ ψυχὴ αὐτῶν ἠθέλησε·» τὸ δὲ, «Ἐπελέξαντο,» λέγων, οὐκ ὀρθῶς ἀπέφηνε δικαστὰς ἐν ἀναγκαίοις πράγμασιν, «Εἰπόντας δὲ μᾶλλον καὶ τὸ καλὸν πονηρὸν, καὶ θεμένους τὸ σκότος εἰς φῶς, καὶ τὸ φῶς σκότος, καὶ τὸ πικρὸν γλυκὺ, καὶ τὸ γλυκὺ πικρόν.» Ἐξὸν γὰρ αὐτοῖς διὰ τῶν εὐαγγελικῶν θεσπισμάτων πρὸς πᾶν ὁτιοῦν ἀποφέρεσθαι τῶν ἀρίστων ἀνδραγαθημάτων, καὶ προκειμένης αὐτοῖς ἐξουσίας ἀποστῆναι μὲν τῶν τῆς φαυλότητος τρόπων, ἀνθελέσθαι δὲ τὸ πεφυκὸς ὠφελεῖν· αὐτοὶ, φησὶν, ἠθέλησαν τὰς ὁδοὺς αὐτῶν τὰς ἔξω νόμων τῶν ἱερῶν, τὰς παγίδας θανάτου, καὶ εἰς πέταυρον ᾅδου κατακομιζούσας αὐτούς· ἀναβαίνει δὲ καὶ εἰς ἀνάμνησιν ἀρχαιοτέρας αὐτοῖς ἁμαρτίας· γεγόνασι γὰρ κατὰ καιροὺς, καὶ εἰδωλολάτραι, καὶ βδελυγμάτων προσκυνηταί. «Ἐπειδὴ τοίνυν κέκληνται, φησὶ, καὶ οὐχ ὑπήκουσαν,» οὔτε μὴν προσεσχήκασιν, οἷς πρὸς αὐτοὺς πεποίημαι λόγους.
Μετάφραση
«Και εγώ θα επιλέξω τους εμπαιγμούς τους και θα τους ανταποδώσω τις αμαρτίες τους, διότι τους κάλεσα και δεν υπάκουσαν, και έπραξαν το πονηρό ενώπιόν μου. Και όσα δεν ήθελα, αυτά επέλεξαν». Απολογείται και πάλι, και καθιστά φανερή την αιτία για την οποία ο Ισραήλ αποδιώχθηκε, αν και είχε ονομαστεί πρωτότοκος και είχε χρηματίσει κλήρος του Θεού. «Διότι οι ίδιοι επέλεξαν», λέει, «τις οδούς τους και τα βδελύγματά τους, τα οποία η ψυχή τους θέλησε». Και λέγοντας «Επέλεξαν», απέδειξε ότι δεν έκριναν ορθά στα αναγκαία πράγματα, «Αλλά μάλλον είπαν το καλό πονηρό, και έθεσαν το σκοτάδι για φως και το φως για σκοτάδι, και το πικρό γλυκό και το γλυκό πικρό». Διότι, ενώ τους ήταν δυνατό μέσω των ευαγγελικών θεσπισμάτων να στραφούν προς κάθε είδους άριστα κατορθώματα, και ενώ είχαν την εξουσία να αποστούν από τους τρόπους της φαυλότητας και να επιλέξουν αυτό που εκ φύσεως ωφελεί, αυτοί, λέει, θέλησαν τις δικές τους οδούς, που είναι έξω από τους ιερούς νόμους, τις παγίδες του θανάτου, και αυτές που τους κατακρημνίζουν στην παγίδα του άδη. Προχωρά δε και στην υπενθύμιση μιας αρχαιότερης αμαρτίας τους. Διότι κατά καιρούς έγιναν και ειδωλολάτρες και προσκυνητές βδελυγμάτων. «Επειδή, λοιπόν, κλήθηκαν», λέει, «και δεν υπάκουσαν», ούτε έδωσαν καθόλου προσοχή στα λόγια που τους απηύθυνα.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες