Ἀλλ᾽ ἐν Χριστῷ γέγονε τὰ ἀμφότερα ἓν, καὶ λέλυται τὸ μεσότοιχον τοῦ φραγμοῦ, κατήργηται δὲ καὶ ὁ νόμος, τῶν ἐντολῶν ἐν δόγμασι· «Καὶ γάρ ἐστιν αὐτὸς ἡ εἰρήνη ἡμῶν.» <Φωνὴ κραυγῆς ἐκ πόλεως, φωνὴ ἐκ ναοῦ, φωνὴ Κυρίου ἀνταποδιδόντος ἀνταπόδοσιν τοῖς ἀντικειμένοις.> Εἰπὼν, ὅτι «Κἀγὼ ἐκλέξομαι τὰ ἐμπαίγματα αὐτῶν, καὶ τὰς ἁμαρτίας αὐτῶν ἀνταποδώσω αὐτοῖς,» διαδείκνυσιν εὐθὺς τῶν ἀπειληθέντων τὴν ἔκβασιν, καὶ ὡς ἤδη τῶν πολεμίων τήν τε πόλιν αὐτῶν, καὶ τὸν ναὸν ᾑρηκότων, φωνὴν ἐκ πόλεως, καὶ φωνὴν ἐκ ναοῦ γενέσθαι φησὶν, ὡς ἀναμὶξ κλαιόντων ἱερουργῶν, καὶ συνθρηνούντων ἀλλήλοις τῶν λαῶν· καὶ γὰρ ἦν εἰκὸς, τῆς τοῦ πολέμου συμφορᾶς κατακρατούσης αὐτῶν, θρηνεῖν τε καὶ ὀλοφύρεσθαι· οὐ γὰρ ἦν ἀπόνευσις τοῦ κακοῦ, Κυρίου δὲ φωνὴν γενέσθαι φησὶν «ἀνταποδιδόντος ἀνταπόδοσιν τοῖς ἀντικειμένοις,» οἷον ἐπιτάττοντος καὶ διακελευομένου τοῖς ὀλοθρευταῖς, φείδεσθαι τῶν ἁλόντων οὐδενὸς, ἐπιπηδᾷν δὲ μᾶλλον ἀγρίως τοῖς ἀντικειμένοις, καὶ οὔτι που πάντως ταῖς τῶν πολεμούντων ὁρμαῖς, ἀλλὰ γὰρ θελήμασι τοῖς δεσποτικοῖς· τοῦτο γὰρ αὐτοῖς γέγονε πρόξενον τοῦ καὶ ἁλῶναι, καὶ παθεῖν. <Πρὶν ἢ τὴν ὠδίνουσαν τεκεῖν, πρὶν ἐλθεῖν τὸν πόνον τῶν ὠδίνων ἐξέφυγε, καὶ ἔτεκεν ἄρσεν.
Μετάφραση
Αλλά εν Χριστώ τα δύο έγιναν ένα, και γκρεμίστηκε το μεσότοιχο του φραγμού, και καταργήθηκε ο νόμος των εντολών με τις διατάξεις: «Διότι αυτός είναι η ειρήνη μας.» <Φωνή κραυγής από την πόλη, φωνή από τον ναό, φωνή του Κυρίου που ανταποδίδει τα ίσα στους αντιπάλους.> Λέγοντας ότι «Και εγώ θα επιλέξω τους εμπαιγμούς τους και θα τους ανταποδώσω τις αμαρτίες τους», δείχνει αμέσως την έκβαση των απειλών, και σαν να έχουν ήδη κυριεύσει οι εχθροί την πόλη τους και τον ναό, λέει ότι ακούγεται φωνή από την πόλη και φωνή από τον ναό, σαν να κλαίνε ανακατεμένοι οι ιερουργοί και να συνθρηνούν μαζί τους οι λαοί· διότι ήταν φυσικό, καθώς η συμφορά του πολέμου τους κατέβαλλε, να θρηνούν και να οδύρονται· διότι δεν υπήρχε αποτροπή του κακού, και λέει ότι ακούγεται φωνή του Κυρίου «που ανταποδίδει τα ίσα στους αντιπάλους», σαν να προστάζει και να δίνει παράγγελμα στους εξολοθρευτές να μην λυπηθούν κανέναν από τους ηττημένους, αλλά μάλλον να επιτεθούν άγρια στους αντιπάλους, και όχι βέβαια εξαιτίας των ορμών των πολεμιστών, αλλά λόγω των θελημάτων του Δεσπότη· διότι αυτό έγινε η αιτία για να αλωθούν και να υποφέρουν. <Προτού η επίτοκος γεννήσει, προτού έρθει ο πόνος των ωδίνων διέφυγε, και γέννησε αρσενικό.>
Περισσότερα
Λεπτομέρειες