τοῦτο δ᾽ ἂν μάθοις ἀκριβῶς, καὶ διὰ τῶν ἐφεξῆς. <Καὶ εὑρόντες αὐτὸν πέραν τῆς θαλάσσης εἶπον αὐτῷ Ῥαββὶ, πότε ὧδε γέγονας;> Εἰς διάθεσιν μὲν ὁ λόγος τὴν ἐξ ἀγαπώντων σχηματίζεται, καὶ ὑποπλάττεταί πως τὸ γλυκὺ, πλὴν ἀνόητος κομιδῆ καὶ μειρακιώδης ἐξελέγχεται· οὐ γὰρ ἔδει τῷ τοσούτῳ περιτυχόντας διδασκάλῳ, μάταιόν τι λέγειν καὶ μαθεῖν ἐπείγεσθαι τὸ μηδέν. τί γὰρ ἔδει φιλοπευστεῖν, πότε μὲν αὐτὸς ἀφίκοιτο τυχόν; τί δὲ ἦν εἰκὸς τοῦτο μαθόντας ὠφεληθήσεσθαι; σοφὰ τοιγαροῦν παρὰ σοφῶν ζητητέον, καὶ προτετιμήσθω λόγων ἀπαιδεύτων ἡ ἐν συνέσει σιγή. ἅλατι μὲν γὰρ ἠρτύσθαι δεῖν ἐπιτάττει τὸν λόγον ἡμῶν ὁ Χριστοῦ μαθητής· ἕτερος δέ τις εἰς τοῦτο προτρέπει τῶν σοφῶν “Τέκνον, εἰπὼν, εἰ μέν ἐστι σοι λόγος συνέσεως, ἀποκρί- ”θητι· εἰ δὲ μὴ, χεὶρ ἔστω ἐπὶ στόματί σου.” ὅπως δὲ φαῦλόν ἐστι τὸ ἐπ᾽ ἀπαιδεύτῳ γλώττῃ καταγινώσκεσθαι, καὶ δι᾽ ἑτέρου γνωσόμεθα “Εἴ τις γάρ, φησι, δοκεῖ θρῆσκος ”εἶναι ἐν ὑμῖν, μὴ χαλιναγωγῶν γλῶτταν αὐτοῦ, ἀλλὰ ἀπα- “τῶν καρδίαν αὐτοῦ, τούτου μάταιος ἡ θρησκεία.” <Ἀπεκρίθη αὐτοῖς ὁ Ἰησοῦς καὶ εἶπεν Ἀμὴν λέγω ὑμῖν, ζητεῖτέ με οὐχ ὅτι εἴδετε σημεῖον, ἀλλ᾽ ὅτι ἐφάγετε ἐκ τῶν ἄρτων καὶ ἐχορτάσθητε.> Ἐροῦμεν δή τι κοινὸν, πλὴν ἔθει μικρῷ τετριμμένον.
Μετάφραση
Αυτό θα μπορούσες να το μάθεις ακριβώς και από τα επόμενα. <Και όταν τον βρήκαν πέρα από τη θάλασσα, του είπαν: Ραββί, πότε ήρθες εδώ;> Ο λόγος τους παίρνει μεν τη μορφή διάθεσης εκείνων που αγαπούν, και προσποιείται κατά κάποιον τρόπο γλυκύτητα, όμως ελέγχεται ως εντελώς ανόητος και παιδαριώδης. Διότι, αφού συνάντησαν έναν τόσο σπουδαίο διδάσκαλο, δεν έπρεπε να λένε κάτι μάταιο και να βιάζονται να μάθουν το τίποτα. Γιατί, άραγε, έπρεπε να περιεργάζονται πότε τυχόν έφτασε ο ίδιος; Και τι ήταν πιθανό να ωφεληθούν μαθαίνοντάς το αυτό; Συνεπώς, πρέπει να αναζητούνται σοφά πράγματα από τους σοφούς, και ας προτιμάται η συνετή σιωπή από τους απερίσκεπτους λόγους. Διότι ο μαθητής του Χριστού προστάζει να είναι αρτυμένος με αλάτι ο λόγος μας. Κάποιος άλλος από τους σοφούς προτρέπει σε αυτό λέγοντας: «Τέκνο, αν μεν έχεις λόγο συνέσεως, αποκρίσου. Αν όμως όχι, ας μπει το χέρι στο στόμα σου». Και το πόσο φαύλο είναι να κατακρίνεται κάποιος για αχαλίνωτη γλώσσα, θα το γνωρίσουμε και από κάτι άλλο: «Διότι αν κάποιος, λέει, νομίζει ότι είναι θρήσκος ανάμεσά σας, χωρίς να χαλιναγωγεί τη γλώσσα του, αλλά απατώντας την καρδιά του, αυτού η θρησκεία είναι μάταιη». <Αποκρίθηκε σε αυτούς ο Ιησούς και είπε: Αμήν σας λέω, με ζητάτε όχι επειδή είδατε σημείο, αλλά επειδή φάγατε από τους άρτους και χορτάσατε.> Θα πούμε λοιπόν κάτι κοινό, όμως λίγο τετριμμένο από τη συνήθεια.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες