Ἀκούσατε, ἀδελφοί μου ἀγαπητοὶ, οὐχ ὁ Θεὸς ἐξελέξατο τοὺς πτωχοὺς τοῦ κόσμου, πλουσίους ἐν πίστει, καὶ κληρονόμους τῆς βασιλείας ἧς ἐπηγγείλατο τοῖς ἀγαπῶσιν αὐτόν; ὑμεῖς δὲ ἠτιμάσατε τὸν πτωχόν. Ἡμεῖς δὲ ὡς τὰ μέγιστα ἠδικημένοι οὕτω τοὺς προσαιτοῦντας ὑβρίζομεν, ἀποστρεφόμεθα· οὐ δίδους τι καὶ λυπεῖς; Νουθετεῖτε, εἶπεν ὁ Παῦλος, ὡς ἀδελφοὺς, οὐχ ὑβρίζετε ὡς ἐχθρούς· ὁ τὸν ἀδελφὸν αὐτοῦ νουθετῶν, οὐ δημοσίᾳ τοῦτο ποιεῖ· οὐκ ἐκπομπεύει τὴν ὕβριν, ἀλλ᾽ ἰδίᾳ καὶ μετὰ πολλῆς προσοχῆς, καὶ ἀλγῶν καὶ δακνόμενος δακρύων καὶ ὀδυρόμενος. Ἀπὸ ἀδελφικῆς τοίνυν παρέχομεν τῆς διανοίας, ἀπὸ ἀδελφικῆς νουθετοῦμεν τῆς προαιρέσεως, μὴ ὡς ἀλγοῦντες ἐπὶ τῷ διδόναι, ἀλλ᾽ ὡς ἀλγοῦντες ἐπὶ τῷ ἐκεῖνον παραβαίνειν τὴν ἐντολὴν ἐπὶ τὸ κέρδος. Εἰ γὰρ μετὰ τὸ δοῦναι ὑβρίζεις, λυμαίνῃ τῇ τῆς δόσεως ἡδονῇ. Ὅταν δὲ μήτε δῷς καὶ ὑβρίσῃς, πόσον οὐκ εἰργάσω κακὸν τὸν ἄθλιον ἐκεῖνον καὶ ταλαίπωρον; Προσῆλθεν ὡς ἐλεησόμενος παρὰ σοῦ, λαβὼν δὲ καιρίαν τὴν πληγὴν ἀπῆλθε, καὶ μᾶλλον ἐδάκρυσεν. Ὅταν γὰρ ἀναγκάζηται διὰ τὴν ἔνδειαν προσαιτεῖν, διὰ δὲ τὸ προσαιτεῖν ὑβρίζεται, ὅρα πόση τῷ ὑβρίζοντι ἡ τιμωρία. Παροξύνει τὸν ποιήσαντα αὐτόν· εἴπερ γάρ μοι αὐτὸς αὐτὸν ἀφῆκε πένεσθαι διὰ σὲ, ἵνα σὺ ἔχῃς θεραπεύειν αὐτὸν, καὶ σὺ τὸν διὰ σὲ πενόμενον ὑβρίζεις, πόσης ἀγνωμοσύνης ταῦτα; πόσης ἀχαριστίας τοῦτο τὸ ἔργον!
Μετάφραση
Ακούστε, αδελφοί μου αγαπητοί, δεν εξέλεξε ο Θεός τους πτωχούς του κόσμου, ώστε να είναι πλούσιοι στην πίστη και κληρονόμοι της βασιλείας την οποία υποσχέθηκε σε όσους τον αγαπούν; Εσείς όμως ατιμάσατε τον πτωχό. Εμείς όμως, σαν να έχουμε αδικηθεί τα μέγιστα, με αυτόν τον τρόπο υβρίζουμε όσους επαιτούν και τους αποστρεφόμαστε· δεν δίνεις κάτι και επιπλέον τον λυπείς; «Να νουθετείτε», είπε ο Παύλος, «ως αδελφούς, να μην υβρίζετε ως εχθρούς»· εκείνος που νουθετεί τον αδελφό του δεν το πράττει αυτό δημόσια· δεν διαπομπεύει με την ύβρι, αλλά ενεργεί κατ' ιδίαν και με πολλή προσοχή, πονώντας και θλιβόμενος, δακρύζοντας και οδυρόμενος. Ας προσφέρουμε λοιπόν με αδελφικό φρόνημα, ας νουθετούμε με αδελφική προαίρεση, όχι επειδή πονάμε όταν δίνουμε, αλλά επειδή πονάμε που εκείνος παραβαίνει την εντολή για χάρη του κέρδους. Διότι, εάν υβρίζεις αφού έχεις προσφέρει, λυμαίνεσαι τη χαρά της ελεημοσύνης. Όταν όμως ούτε δίνεις και από πάνω υβρίζεις, πόσο κακό προξένησες σε εκείνον τον άθλιο και ταλαίπωρο; Προσήλθε για να ελεηθεί από εσένα, και έφυγε έχοντας δεχθεί καίριο πλήγμα, και έκλαψε ακόμη περισσότερο. Διότι, όταν αναγκάζεται εξαιτίας της ανέχειας να επαιτεί, και εξαιτίας της επαιτείας του υβρίζεται, αναλογίσου πόσο μεγάλη είναι η τιμωρία για εκείνον που τον υβρίζει. Εξοργίζει τον Δημιουργό του· διότι, εάν βεβαίως Εκείνος τον άφησε να είναι πτωχός για χάρη σου, ώστε να έχεις εσύ την ευκαιρία να τον περιθάλψεις, και εσύ υβρίζεις αυτόν που πένεται για χάρη σου, δείγμα πόσης αγνωμοσύνης είναι αυτά; Πόσης αχαριστίας είναι αυτό το έργο!
Περισσότερα
Λεπτομέρειες