Ἦν μὲν γὰρ ὁμολογουμένως ἀκάθαρτα χείλη τοῦ Ἰσραήλ· δεδυσφημήκασι γὰρ εἰς τὸν Κύριον ἡμῶν Ἰησοῦν τὸν Χριστόν. Εἰ δὲ δὴ λέγοι καὶ ὁ προφήτης, ὅτι καὶ αὐτὸς ἔχοι τὰ χείλη τοιαῦτα, καίτοι τῆς τοῦ Ἰσραὴλ δυσσεβείας ἀμοιρήσας παντελῶς, φαμὲν ὅτι μετριάζει μὲν ὡς ἅγιος, εἰκὸς δὲ ὅτι καὶ ὡς ὑπάρχων ἐξ αἵματος Ἰσραὴλ, οὐκ ἔξω τίθησι τῆς αἰτίας ἑαυτόν. Ἀλλ᾽ ὑποφέρει τῷ κοινῷ τοῦ λαοῦ πλημμελήματι, σώζων διὰ τούτου τοὺς ἡμαρτηκότας· ἤγουν τῆς ἀνθρώπου φύσεως ὁμολογεῖ τὴν νόσον. Ὁποῖόν ἐστι τὸ παρὰ τοῦ μακαρίου Δαβὶδ κατὰ τοῦ παντὸς ἀνθρώπου λεγόμενον· «Ἐγὼ εἶπα ἐν τῇ ἐκστάσει μου· Πᾶς ἄνθρωπος ψεύστης.» Νοσεῖ γὰρ τὸ ψεῦδος ἡ ἀνθρώπου διάνοια, κἂν εἰ ἀπαλλάττοιντό τινες τοῦ κακοῦ, νήψει τὸ χρῆμα κερδαίνοντες. Δέδιε τοίνυν ὁ προφήτης ὅτι μὴ ὑπάρχων οὕτω καθαρὸς, καθάπερ ἀμέλει τὰ ἅγια Σεραφεὶμ, τεθέαται μὲν τὸν Κύριον Σαβαὼθ, σεσίγηκε δὲ, καίτοι μᾶλλον ὀφείλων δοξολογεῖν, διὰ τὸ μὴ οὕτως ἔχειν καθαρὸν τὸ στόμα. Ὅτι δὲ χρὴ καθαροῖς στόμασιν ὑμνολογεῖν, σαφὲς ἂν γένοιτο περὶ τῆς γλώσσης λέγοντος ἑνὸς τῶν ἁγίων μαθητῶν· «Ἐν αὐτῇ εὐλογοῦμεν τὸν Κύριον καὶ Πατέρα. Καὶ ἐν αὐτῇ καταρώμεθα τοὺς ἀνθρώπους, τοὺς καθ᾽ ὁμοίωσιν Θεοῦ γεγονότας. Οὐ χρὴ, ἀδελφοί μου, ταῦτα οὕτω γίνεσθαι. Μήτι ἡ πηγὴ ἐκ τῆς αὐτῆς ὀπῆς βρύει τὸ γλυκὺ καὶ τὸ πικρόν; Μὴ δύναται, ἀδελφοί μου, συκῆ ἐλαίας ποιῆσαι;
Μετάφραση
Διότι τα χείλη του Ισραήλ ήταν ομολογουμένως ακάθαρτα· επειδή βλασφήμησαν τον Κύριό μας Ιησού Χριστό. Αν πάλι ο προφήτης λέει ότι και ο ίδιος έχει τέτοια χείλη, καίτοι εντελώς αμέτοχος στην ασέβεια του Ισραήλ, λέμε ότι αφενός ταπεινοφρονεί ως άγιος, και αφετέρου είναι φυσικό ότι, επειδή προέρχεται από το αίμα του Ισραήλ, δεν θέτει τον εαυτό του εκτός ευθύνης. Αλλά μετέχει στο κοινό αμάρτημα του λαού, σώζοντας με αυτόν τον τρόπο αυτούς που είχαν αμαρτήσει· δηλαδή ομολογεί την ασθένεια της ανθρώπινης φύσης. Όπως είναι και εκείνο που λέγεται από τον μακάριο Δαβίδ για κάθε άνθρωπο: «Εγώ είπα στην έκστασή μου: Κάθε άνθρωπος είναι ψεύτης.» Διότι η διάνοια του ανθρώπου νοσεί από το ψεύδος, έστω και αν κάποιοι απαλλάσσονται από το κακό, κερδίζοντας αυτό το κατόρθωμα μέσω της νήψης. Φοβήθηκε λοιπόν ο προφήτης ότι, μην όντας τόσο καθαρός, όπως φυσικά τα άγια Σεραφείμ, είδε μεν τον Κύριο Σαβαώθ, αλλά σιώπησε, καίτοι όφειλε μάλλον να δοξολογεί, επειδή δεν είχε τόσο καθαρό στόμα. Το ότι όμως πρέπει να υμνολογούμε με καθαρά στόματα, θα μπορούσε να γίνει σαφές από τα λόγια ενός από τους αγίους μαθητές, ο οποίος λέει για τη γλώσσα: «Με αυτήν ευλογούμε τον Κύριο και Πατέρα. Και με αυτήν καταρώμεθα τους ανθρώπους, οι οποίοι έχουν δημιουργηθεί καθ' ομοίωσιν Θεού. Δεν πρέπει, αδελφοί μου, αυτά να γίνονται έτσι. Μήπως η πηγή αναβλύζει από την ίδια οπή το γλυκό και το πικρό; Μήπως μπορεί, αδελφοί μου, η συκιά να κάνει ελιές;»
Περισσότερα
Λεπτομέρειες