Κυρίλλου. Βεβηκότος γὰρ νοῦ καὶ φρενὸς τῆς τελειοτάτης ἀπόδειξις ἐναργὴς, τὸ μηδὲν ἐξίτηλον ἐπὶ γλώσσης ἔχειν, ἤγουν ἀθυροστομεῖν ἀνέχεσθαί ποτε· ἡγεῖσθαι δὲ μᾶλλον τοῦ παντὸς ἄξιον λόγου, εὐηγορεῖν εἰδέναι καὶ λαλεῖν τὰ παντὸς ἐπαίνου μεστά. Χρῆμα δὴ οὖν πρεπωδέστατον ὅτι μάλιστά γε ἐν τοῖς εὐζωεῖν ᾑρημένοις τὸ λαλεῖν σοφίαν· ἀπόβλητον γὰρ ἁγίοις τὸ μωρολογεῖν, καὶ ἀσύνηθες κομιδῇ τὸ κεχρῆσθαί τισιν ἢ εὐτραπελίαις, ἤγουν αἰσχρορημοσύναις, «αἳ οὐκ ἀνῆκον,» καθά φησιν ὁ πάνσοφος Παῦλος. Φίλον δὲ αὐτοῖς, καὶ διὰ σπουδῆς γεγόνασι τούτου, εὐηγορεῖν· διαμέμνηνται γὰρ, κατὰ τὸ εἰκὸς, τῆς ἁγίας λεγούσης Γραφῆς· «Ὁ λόγος ὑμῶν ἐν χάριτι, ἅλατι ἠρτυμένος, ἵνα δῷ χάριν τοῖς ἀκούουσι.» Καὶ πάλιν· Ἀποδέχεται μὲν ἡ θεόπνευστος Γραφὴ τὸ ἐπιεικὲς εἰς λόγους, καταψέγει δὲ μάλα εἰκότως τῆς γλώσσης τὸ ἀκρατές. Ἔφη μὲν γάρ· «Εἴ τις ἐν λόγῳ οὐ πταίει, οὗτος τέλειος ἀνὴρ, δυνατὸς χαλιναγωγεῖσθαι καὶ ὅλον τὸ σῶμα.» Ψάλλει δέ που καὶ Δαβίδ· «Θοῦ, Κύριε, φυλακὴν τῷ στόματί μου, καὶ θύραν περιοχῆς περὶ τὰ χείλη μου.» Καὶ πάλιν· «Εἶπα· Φυλάξω τὰς ὁδούς μου, τοῦ μὴ ἁμαρτάνειν με ἐν γλώσσῃ μου.» Ἀρίστη γὰρ φυλακὴ τὸ ἄπταιστον ἔχειν τὴν γλῶσσαν Μὴ καταλαλεῖτε ἀλλήλων, ἀδελφοί· ὁ καταλαλῶν ἀδελφοῦ, καὶ κρίνων τὸν ἀδελφὸν αὐτοῦ, καταλαλεῖ νόμου, καὶ κρίνει νόμον.
Μετάφραση
Του Κυρίλλου. Διότι σαφής απόδειξη σταθερού νου και τελειότατης φρόνησης είναι το να μην έχει κανείς τίποτε το επιπόλαιο στη γλώσσα του, δηλαδή να μην ανέχεται ποτέ να αθυροστομεί· αλλά μάλλον να θεωρεί άξιο κάθε λόγου το να γνωρίζει να μιλάει καλά και να λέει πράγματα γεμάτα από κάθε έπαινο. Είναι λοιπόν πράγμα πάρα πολύ ταιριαστό, προπαντός σε όσους έχουν επιλέξει να ζουν ενάρετα, το να μιλούν με σοφία· διότι είναι απορριπτέα για τους αγίους η μωρολογία, και εντελώς ασυνήθιστο το να χρησιμοποιούν ευτραπελίες ή αισχρολογίες, «οι οποίες δεν αρμόζουν», όπως λέει ο πάνσοφος Παύλος. Αντίθετα, είναι αγαπητό σε αυτούς, και το επιδιώκουν με προθυμία, το να μιλούν συνετά· διότι θυμούνται διαρκώς, όπως είναι φυσικό, την Αγία Γραφή που λέει: «Ο λόγος σας ας είναι πάντοτε με χάρη, αρτυμένος με αλάτι, για να δώσει χάρη σε όσους ακούνε». Και πάλι: Η θεόπνευστη Γραφή αποδέχεται την επιείκεια στα λόγια, και κατακρίνει πολύ δικαιολογημένα την ακράτεια της γλώσσας. Διότι λέει: «Αν κάποιος δεν σφάλλει στα λόγια, αυτός είναι τέλειος άνδρας, ικανός να χαλιναγωγήσει και ολόκληρο το σώμα του». Και κάπου ψάλλει ο Δαβίδ: «Θέσε, Κύριε, φυλακή στο στόμα μου, και θύρα προστασίας γύρω από τα χείλη μου». Και πάλι: «Είπα: Θα φυλάξω τις οδούς μου, για να μην αμαρτήσω με τη γλώσσα μου». Διότι άριστη φυλακή είναι το να διατηρεί κανείς τη γλώσσα του χωρίς σφάλματα. Μην καταλαλείτε ο ένας τον άλλον, αδελφοί· εκείνος που καταλαλεί αδελφό, και κρίνει τον αδελφό του, καταλαλεί τον νόμο, και κρίνει τον νόμο.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες