Ἐξεπλάγην δὲ μαθὼν πῶς ἠνέσχου τῷ ἀπατηλῷ λογισμῷ τῷ ὑποβάλλοντί σοι τὰ ἀθέμιτα. Καὶ φημί· μέλλεις ἐν ταύταις ἀναλαμβάνεσθαι; Μᾶλλον, ὅσοι ἐφρενητίασαν ἐν ταύτης τῆς ὑποθέσεως. Εἶπον σεαυτῷ· σὺ τίς εἶ; Εἰς ποῖα μέτρα ἀφίκου; Ἠλίας εἶ; Μὴ κατ᾽ ἐκεῖνον θαύματα πεποίηκας; Οὗτος γὰρ διὰ προσευχῆς τὸν οὐρανὸν ἔκλεισε καὶ οὐκ ἔβρεξεν ἐπὶ ἔτη τρία καὶ μῆνας ἕξ· καὶ πάλιν διὰ προσευχῆς ὁ οὐρανὸς ὑετὸν ἔδωκε· καὶ πάλιν διὰ προσευχῆς τρὶς πῦρ κατήγαγεν ἀπ᾽ οὐρανοῦ. Ἀλλὰ τὴν πίστιν πᾶσαν κέκτησαι; Δὸς δοκιμήν. Δεῖξον σημεῖα καὶ τέρατα· ἔγειρον νεκροὺς διὰ προσευχῆς· ἄνοιγε ὀφθαλμοὺς τυφλῶν· ἀπέλασον δαίμονας· καθάρισον λεπρούς· θεράπευσον χωλούς· βάδιζε ἐπὶ θαλάσσης, ὡς ἐπὶ ξηρᾶς γῆς· μετάβαλε ὕδωρ εἰς οἶνον· χόρτασον ἐκ πέντε ἄρτων καὶ δύο ἰχθύων πλήθη ἱκανὰ διὰ προσευχῆς. Ἀψευδὴς γὰρ ὁ εἰπών· ἀμὴν λέγω ὑμῖν, ὁ πιστεύων εἰς ἐμέ, τὰ ἔργα ἃ ἐγὼ ποιῶ κἀκεῖνος ποιήσει. Ἀλλ᾽ ἴσως παρελθών τις λέξει· ἐὰν οὖν [, φησί,] μὴ ποιήσῃ τις ἐκεῖνα τὰ θεοπρεπῆ πράγματα, οὐκ ἔχει ἐλπίδα σωτηρίας; Ἔχομεν ἐλπίδα σωτηρίας καὶ τούτων μὴ κατεργασθέντων δι᾽ ἡμῶν, ἐὰν ὁμολογῶμεν τὴν ἑαυτῶν ἀσθένειαν καὶ ὀλιγοπιστίαν. Ὁ γὰρ ἀσθενὴς ἐλέους ἐπιδέεται, καὶ οὐχὶ ἐπάρσεως. Εἰ δὲ ἐλέους ἐπιδεόμεθα, χρήσομεν τῆς ταπεινοφροσύνης, ὅπως διὰ ταπεινοφροσύνης ἐπισπασώμεθα ἑαυτοῖς οἰκτιρμοὺς παρὰ Κυρίου.
Μετάφραση
Εκπλάγηκα μαθαίνοντας πώς ανέχθηκες τον απατηλό λογισμό που σου υπέβαλε αυτά τα αθέμιτα. Και λέω: πρόκειται να αναληφθείς με αυτά; Μάλλον όσοι έφτασαν σε παραφροσύνη εξαιτίας αυτής της υπόθεσης. Πες στον εαυτό σου: εσύ ποιος είσαι; Σε ποια μέτρα έφτασες; Είσαι ο Ηλίας; Μήπως έκανες θαύματα σαν κι εκείνον; Διότι αυτός με την προσευχή του έκλεισε τον ουρανό και δεν έβρεξε για τρία χρόνια και έξι μήνες· και πάλι με την προσευχή ο ουρανός έδωσε βροχή· και πάλι με την προσευχή κατέβασε τρεις φορές φωτιά από τον ουρανό. Αλλά μήπως έχεις αποκτήσει όλη την πίστη; Δώσε απόδειξη. Δείξε σημεία και τέρατα: ανάστησε νεκρούς με την προσευχή, άνοιξε τα μάτια τυφλών, δίωξε δαίμονες, καθάρισε λεπρούς, θεράπευσε κουτσούς, περπάτησε πάνω στη θάλασσα σαν σε ξηρά, μετάτρεψε το νερό σε κρασί, χόρτασε με πέντε άρτους και δύο ψάρια ικανά πλήθη μέσω της προσευχής. Διότι είναι αψευδής αυτός που είπε: αλήθεια σας λέω, εκείνος που πιστεύει σε εμένα, τα έργα που εγώ κάνω θα τα κάνει κι εκείνος. Αλλά ίσως κάποιος εμφανιστεί και πει: αν λοιπόν, λέει, κάποιος δεν κάνει εκείνα τα θεοπρεπή έργα, δεν έχει ελπίδα σωτηρίας; Έχουμε ελπίδα σωτηρίας ακόμα κι αν δεν πραγματοποιήσουμε αυτά τα έργα, εάν ομολογούμε τη δική μας αδυναμία και ολιγοπιστία. Διότι ο αδύναμος έχει ανάγκη από έλεος, και όχι από έπαρση. Αν όμως έχουμε ανάγκη από έλεος, χρειαζόμαστε την ταπεινοφροσύνη, ώστε μέσω της ταπεινοφροσύνης να ελκύσουμε στους εαυτούς μας τους οικτιρμούς του Κυρίου.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες