Τότε τὸν Ἰεφθάε, υἱὸν ὄντα γυναικὸς πόρνης, καὶ ὑπὸ τῶν ἀδελφῶν ἀπελαθέντα τῆς πατέρων οἰκίας, οἱ ἄρχοντες τοῦ λαοῦ ἀξιοῦσι στρατηγῆσαι τοῦ πολέμου τοῦ πρὸς τοὺς υἱοὺς Ἀμμὼν, καὶ διδόασιν αὐτῷ τὴν ἀρχήν. Ὁ δὲ πεισθεὶς, καὶ πρῶτον πρεσβευσάμενος πρὸς τὸν βασιλέα υἱῶν Ἀμμὼν, ὡς οὐκ ἔπειθεν, εὐξάμενος τῷ Θεῷ θύσειν τὸν πρῶτον ἀπαντήσαντα αὐτῷ, εἰ ἐπανέλθοι ἐκ τοῦ πολέμου, συμβαλὼν τοῖς ἐχθροῖς καὶ νικήσας, θύει τὴν θυγατέρα αὐτοῦ· πρώτη γὰρ αὐτῷ ἀπήντησεν αὕτη. Πάλιν παρώργισαν τὸν Θεὸν οἱ Ἰσραηλῖται, καὶ παρεδόθησαν εἰς χεῖρας ἀλλοφύλων. Τότε τίκτεται ὁ Σαμψὼν, καὶ ἰδὼν γυναῖκα ἐν Θαμναθᾶ, ἠράσθη αὐτῆς, καὶ λαβεῖν ἠθέλησε νόμῳ γάμου. Οἱ δὲ γονεῖς τὸ μὲν πρῶτον διεκώλυον διὰ τὸ ἀλλόφυλον εἶναι· ὡς δὲ εἶδον ἐπικείμενον, οὐκ ἠναντιώθησαν. Ἡνίκα δὲ ἀπῄει διαλεχθῆναι περὶ αὐτῆς, συνήντησεν αὐτῷ λέων, καὶ ἀνεῖλεν αὐτὸν ταῖς χερσὶν αὐτοῦ. Ἐπεὶ δὲ ἔδει γενέσθαι τοὺς γάμους, πάλιν ἀπιὼν, ὁρᾷ κηρίον μέλιτος ἐν τῷ στόματι τοῦ λέοντος τοῦ ἀνῃρημένου ὑπ᾽ αὐτοῦ, καὶ λαβὼν ἔφαγε, καὶ ἔδωκε καὶ τοῖς γονεῦσι καὶ τοῖς συμπολίταις αὐτοῦ· καὶ προέτεινεν αὐτοῖς πρόβλημα λέγων· Ἐκ στόματος ἐσθίοντος ἐξῆλθε βρῶσις, τουτέστιν, ἐκ τοῦ στόματος τοῦ λέοντος, καὶ ἐκ σκληροῦ ἀντὶ τοῦ πικροῦ γλυκύ.
Μετάφραση
Τότε τον Ιεφθάε, ο οποίος ήταν γιος μιας πόρνης και είχε εκδιωχθεί από τους αδελφούς του από το πατρικό του σπίτι, οι άρχοντες του λαού του ζητούν να αναλάβει την αρχιστρατηγία στον πόλεμο κατά των υιών Αμμών, και του αναθέτουν την εξουσία. Εκείνος δε, αφού πείστηκε, και αφού πρώτα έστειλε πρεσβεία προς τον βασιλιά των υιών Αμμών, επειδή δεν τον έπειθε, έταξε στον Θεό να θυσιάσει τον πρώτο που θα τον συναντούσε, εάν επέστρεφε νικητής από τον πόλεμο, και αφού συγκρούστηκε με τους εχθρούς και τους νίκησε, θυσιάζει τη θυγατέρα του· διότι αυτή τον συνάντησε πρώτη. Πάλι οι Ισραηλίτες παρόργισαν τον Θεό και παραδόθηκαν στα χέρια των αλλοφύλων. Τότε γεννιέται ο Σαμψών, ο οποίος, αφού είδε μια γυναίκα στη Θαμναθά, την ερωτεύτηκε και θέλησε να τη λάβει με νόμιμο γάμο. Οι δε γονείς του στην αρχή τον εμπόδιζαν λόγω του ότι εκείνη ήταν αλλόφυλη· όταν όμως τον είδαν να επιμένει, δεν εναντιώθηκαν. Όταν δε αναχώρησε για να συζητήσει για αυτήν, τον συνάντησε ένα λιοντάρι, και το θανάτωσε με τα ίδια του τα χέρια. Επειδή δε επρόκειτο να γίνουν οι γάμοι, πηγαίνοντας πάλι προς τα εκεί, βλέπει μια κηρήθρα με μέλι στο στόμα του λιονταριού που είχε θανατωθεί από αυτόν, και παίρνοντάς την έφαγε, και έδωσε και στους γονείς του και στους συμπολίτες του· και τους έθεσε ένα αίνιγμα λέγοντας: Από εκείνον που τρώει βγήκε τροφή, δηλαδή από το στόμα του λιονταριού, και από τον σκληρό, αντί για πικρό, βγήκε γλυκό.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες