ταῦτα εἰ καὶ Ἑλλήνων εἰσὶν ἑρμηνεῖαι καὶ οὐκ ἀναγκαῖα ἡμῖν τὰ παρ᾽ ἐκείνων, ἀλλ᾽ ἴδωμεν τὰ εἰρημένα τὰ ὁμοούσια τὰ ἐκ τῆς προνοουμένης οὐσίας ἀδελφά, πότερον ἑαυτῶν εἰσιν ὁμοούσια ἢ τῆς οὐσίας ἐξ ἧς καὶ ἐγεννήθησαν. εἰ μὲν γὰρ ἑαυτῶν ἑτεροούσια καὶ ἀνόμοια ἔσται πρὸς τὴν γεννήσασαν αὐτὰ οὐσίαν· ἀντίκειται γὰρ τῷ ὁμοουσίῳ τὸ ἑτεροούσιον· εἰ δὲ τῆς γεννησάσης αὐτὰ οὐσίας ἐστὶν ἕκαστον ὁμοούσιον, δῆλον ὅτι τὸ ἔκ τινος γεννώμενον ὁμοούσιόν ἐστι τῷ γεννήσαντι. καὶ οὐκέτι χρὴ ζητεῖν τρεῖς οὐσίας, ἀλλὰ μόνον ζητεῖν, εἰ τόδε ἀληθὲς ἐκ τοῦδέ ἐστι. κἂν γὰρ συμβῇ μὴ εἶναι δύο ἀδελφούς, ἀλλὰ καὶ μόνον ἕνα ἐξ ἐκείνης τῆς οὐσίας γενέσθαι, οὐ διὰ τὸ μὴ εἶναι ἕτερον ἀλλοτριοούσιος ἂν λεχθείη ὁ γεννηθείς, ἀλλὰ καὶ μόνος ὢν εἴη ἂν καὶ αὐτὸς ὁμοούσιος τῷ γεννήσαντι. ἐπεὶ τί ἂν εἴποιμεν περὶ τῆς θυγατρὸς τοῦ Ἰεφθάε ὅτι «μονογενὴς ἦν καὶ οὐκ ἦν», φησίν, «ἄλλο τέκνον αὐτῷ», καὶ περὶ τοῦ υἱοῦ δὲ τῆς χήρας, ὃν ἤγειρεν ἐκ νεκρῶν ὁ κύριος, ὅτι καὶ αὐτὸς οὐκ εἶχεν ἀδελφόν, ἀλλὰ μονογενὴς ἦν, ἆρα οὐκ ἦν ὁμοούσιος ἕκαστος αὐτῶν τῷ γεννήσαντι; καὶ μὴν ἦσαν· τέκνα γὰρ ἦσαν· καὶ τοῦτο τέκνων ἴδιόν ἐστι πρὸς γονέας. οὕτω καὶ τὸν τοῦ θεοῦ υἱὸν ἐκ τῆς οὐσίας εἰπόντες οἱ πατέρες εἰκότως καὶ ὁμοούσιον εἰρήκασι· ταύτην γὰρ ἔχει καὶ τὸ ἀπαύγασμα δύναμιν πρὸς τὸ φῶς.
Μετάφραση
Ακόμη και αν αυτές αποτελούν ερμηνείες των Ελλήνων και δεν μας είναι αναγκαία τα δικά τους επιχειρήματα, ας εξετάσουμε τα λεγόμενα ομοούσια, δηλαδή τα αδέλφια που προέρχονται από την εξεταζόμενη ουσία: άραγε είναι ομοούσια μεταξύ τους ή προς την ουσία από την οποία και γεννήθηκαν; Διότι, αν είναι ομοούσια μόνο μεταξύ τους, θα είναι ετερούσια και ανόμοια προς την ουσία που τα γέννησε· διότι στο ομοούσιο αντίκειται το ετερούσιο. Αν όμως το καθένα είναι ομοούσιο προς την ουσία που τα γέννησε, είναι φανερό ότι αυτό που γεννιέται από κάποιον είναι ομοούσιο με εκείνον που το γέννησε. Και δεν χρειάζεται πλέον να αναζητούμε τρεις ουσίες, αλλά μόνο να εξετάζουμε αν το ένα προέρχεται αληθινά από το άλλο. Διότι, ακόμη και αν συμβεί να μην υπάρχουν δύο αδέλφια, αλλά μόνο ένα να έχει γεννηθεί από εκείνη την ουσία, αυτός που γεννήθηκε δεν θα μπορούσε να ονομαστεί αλλοτριούσιος επειδή δεν υπάρχει άλλος, αλλά, αν και είναι μόνος, θα ήταν και αυτός ομοούσιος με εκείνον που τον γέννησε. Επειδή, τι θα μπορούσαμε να πούμε για τη θυγατέρα του Ιεφθάε, για την οποία η Γραφή λέει ότι «ήταν μονογενής και δεν υπήρχε άλλο τέκνο σε αυτόν», καθώς και για τον υιό της χήρας, τον οποίο ανέστησε ο Κύριος από τους νεκρούς, ότι και αυτός δεν είχε αδελφό, αλλά ήταν μονογενής; Άραγε δεν ήταν ο καθένας από αυτούς ομοούσιος με εκείνον που τον γέννησε; Και βέβαια ήταν· διότι ήταν τέκνα, και αυτό είναι το ίδιον των τέκνων ως προς τους γονείς. Έτσι και οι Πατέρες, λέγοντας ότι ο Υιός του Θεού προέρχεται από την ουσία Του, ευλόγως Τον ονόμασαν και ομοούσιο· διότι την ίδια ισχύ και σχέση έχει και το απαύγασμα προς το φως.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες