Καὶ τοῦτ’ ἔδειξεν ὁ τῷ Μανωὲ πυθομένῳ «τί τὸ ὄνομά σου;» φάμενος ὅτι «καὶ αὐτὸ θαυμαστόν», ὡς καὶ τῆς ὁράσεως οὐχ ἧττον οὔσης θαυμαστῆς καὶ πρὸς τῷ ἀλήπτῳ καὶ τὸ ἀνώνυμον ἐχούσης. Οὐ μὴν ἀλλ’ εἰ καὶ ἡ ὅρασις κρεῖττον ἢ κατὰ ἀπόφασιν, ἀλλ’ ὁ ἑρμηνεὺς ἐκείνης λόγος ἀποδεῖ τῆς κατὰ ἀπόφασιν ἀνόδου, παραδειγματικῶς ἢ κατὰ ἀναλογίαν προαγόμενος, διὸ καὶ τὸ «ὡς», ὁμοιωματικὴν φέρον σημασίαν, συνηρτημένον ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον ἔχει τοῖς ὀνόμασιν, ὡς ἀρρήτου καὶ ὑπερωνύμου τῆς ὁράσεως οὔσης.
Μετάφραση
Και αυτό το φανέρωσε εκείνος που, όταν ο Μανωέ τον ρώτησε: «Ποιο είναι το όνομά σου;», αποκρίθηκε ότι «και αυτό είναι θαυμαστό»· δείχνοντας ότι και η όραση δεν είναι λιγότερο θαυμαστή, και ότι, μαζί με το ακατάληπτο, έχει και το ανώνυμο. Ωστόσο, αν και η όραση είναι ανώτερη ακόμη και από την αποφατική οδό, ο λόγος που την ερμηνεύει υστερεί από την άνοδο της αποφατικής θεολογίας, επειδή προχωρεί παραδειγματικά ή κατ’ αναλογίαν. Γι’ αυτό και το «ὡς», επειδή φέρει σημασία ομοιώσεως, συνδέεται κατά το πλείστον με τα ονόματα, αφού η όραση είναι άρρητη και υπεράνω κάθε ονόματος.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες