Ἴδε μοι τὴν Δαλιλάν, πῶς τὸν ἴδιον ἄνδρα ξυρήσασα καὶ δήσασα, τοῖς ἀλλοφύλοις παρέδωκε τὸ ἴδιον μέλος, τὸν ἴδιον σύνευνον· ὃν καὶ ἔθαλπεν, ὃν ἐκολάκευεν, ὃν κατεφίλει, ὃν ὑπὲρ ἑαυτὴν ἀγαπᾶν ὑπεκρίνετο. Ὃν χθὲς ἠγάπα, σήμερον ἠπάτα· ὃν χθὲς ἔθαλπεν ἀγαπῶσα, σήμερον ἔθαπτεν ἀπατῶσα. Καὶ μὴν οὐκ ἦν ὡραῖος; Καὶ τίς αὐτοῦ ὡραιότερος, ὅς γε ἑπτὰ βόστρυχας ἐπὶ τῆς κεφαλῆς ἔφερε, τῆς ἑπταφώτου χάριτος τὴν εἰκόνα βαστάζων; Καὶ μὴν οὐκ ἦν ἀνδρεῖος; Καὶ τίς αὐτοῦ ἀνδρειότερος, ὅς γε λέοντα φοβερὸν ἐν ὁδῷ μόνος ἐπάταξε, καὶ μιᾷ σιαγόνι ὄνου χιλίους ἀλλοφύλους κατέστρεψεν; Ἀλλὰ καὶ τοσοῦτον ἦν ἅγιος, ὡς διψήσαντα αὐτόν ποτε ἐν σπάνει ὕδατος εὔξασθαι, καὶ ἐκ τῆς κατεχομένης ἐν τῇ χειρὶ αὐτοῦ σιαγόνος νεκρᾶς ὕδωρ πηγάσαι, κἀκεῖθεν ἀρύσασθαι.
Μετάφραση
Δες μου τη Δαλιδά, πώς, αφού ξύρισε και έδεσε τον ίδιο της τον άνδρα, παρέδωσε στους αλλοφύλους το ίδιο της το μέλος, τον ίδιο της τον σύζυγο· αυτόν που περιέθαλπε, αυτόν που κολάκευε, αυτόν που καταφιλούσε, αυτόν που υποκρινόταν ότι τον αγαπούσε περισσότερο από τον εαυτό της. Αυτόν που χθες αγαπούσε, σήμερα τον απατούσε· αυτόν που χθες τον περιέθαλπε με αγάπη, σήμερα τον έθαβε με απάτη. Και μήπως δεν ήταν ωραίος; Και ποιος ήταν πιο ωραίος από αυτόν, που έφερε επτά πλοκάμους στο κεφάλι του, βαστάζοντας την εικόνα της επταφώτου χάριτος; Και μήπως δεν ήταν ανδρείος; Και ποιος ήταν πιο ανδρείος από αυτόν, που πάταξε ολομόναχος στον δρόμο έναν φοβερό λέοντα, και με μία σιαγόνα όνου κατέστρεψε χίλιους αλλοφύλους; Αλλά ήταν και τόσο άγιος, ώστε κάποτε που δίψασε μέσα σε σπάνη νερού, προσευχήθηκε, και από τη νεκρή σιαγόνα που κρατούσε στο χέρι του ανέβλυσε νερό, και από εκεί άντλησε.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες