Καὶ οὐκ ἀπήγγειλε τῷ πατρὶ αὐτοῦ, καὶ τῇ μητρὶ αὐτοῦ ὃ ἐποίησεν.» «Ἐπορεύθη Σαμψὼν, καὶ συνέλαβε τριακοσίους ἀλώπεκας, καὶ ἔλαβε λαμπάδας, καὶ ἔστρεψε κέρκον πρὸς κέρκον, καὶ ἔθηκε λαμπάδα μίαν ἀναμέσον τῶν δύο κέρκων ἐν τῷ μέσῳ, καὶ ἔδησεν. Καὶ ἐνεπύρισεν τοὺς στάχυας τῶν ἀλλοφύλων ἀπὸ ἅλωνος ἕως σταχύων ὀρθῶν, καὶ ἕως ἀμπελῶνος καὶ ἐλαίας.» «Εἶπε Σαμψών· Ἐν σιαγόνι ὄνου ἐξαλείφων ἐξήλειψα αὐτούς· ὅτι ἐν σιαγόνι ὄνου ἐπάταξα χιλίους ἄνδρας. Καὶ ἐδίψησε σφόδρα, καὶ ἐβόησε πρὸς Κύριον· Σὺ εὐώδωσας ἐν χειρὶ τοῦ δούλου σου τὴν σωτηρίαν τὴν μεγάλην ταύτην· καὶ νῦν ἀποθνήσκω ἐν δίψει, καὶ ἐμπεσοῦμαι εἰς χεῖρας τῶν ἀπεριτμήτων.
Μετάφραση
Και δεν ανέφερε στον πατέρα του και στη μητέρα του αυτό που είχε κάνει.» «Πήγε ο Σαμψών και έπιασε τριακόσιες αλεπούδες, και πήρε δαυλούς, και έστρεψε τις ουρές τη μία προς την άλλη, και τοποθέτησε έναν δαυλό ανάμεσα στις δύο ουρές, στη μέση, και τις έδεσε. Και πυρπόλησε τα σπαρτά των αλλοφύλων, από τα αλώνια έως τα όρθια στάχυα, καθώς και τους αμπελώνες και τα ελαιόδεντρα.» «Είπε ο Σαμψών: Με σιαγόνα όνου τους εξολόθρευσα ολοκληρωτικά· διότι με σιαγόνα όνου πάταξα χίλιους άνδρες. Και δίψασε πάρα πολύ, και βόησε προς τον Κύριο: Εσύ κατευόδωσες με το χέρι του δούλου σου αυτήν τη μεγάλη σωτηρία· και τώρα πεθαίνω από τη δίψα και θα πέσω στα χέρια των απερίτμητων.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες