Εἰ οὖν κατηνάλωσε τὴν ὕλην ὁ Θεός, ὡς Ἕλληνές φασιν, εἰς τὰ μέρη καὶ γένη —ταύτην καὶ μέρη καὶ γένη—πόθεν οὖν ἐποίησε δένδρον καὶ πρόβατον; Πόθεν τε κολοκύνθαν; Καὶ ἐν ἄλλῳ καιρῷ πετεινῶν ἀπείρων πλῆθος, ὥστε κορέσαι χιλιάδας ἐπὶ χρόνον πολύν; Πόθεν δὲ τῇ πέτρᾳ τὸ ὕδωρ καὶ τῇ σιαγόνι τοῦ ὄνου πηγήν;
Μετάφραση
Αν λοιπόν ο Θεός κατανάλωσε την ύλη, όπως λένε οι Έλληνες, στα μέρη και στα γένη —και την ύλη και τα μέρη και τα γένη— από πού λοιπόν δημιούργησε δέντρο και πρόβατο; Από πού και την κολοκυθιά; Και σε άλλη περίσταση άπειρο πλήθος πουλιών, ώστε να χορτάσει χιλιάδες ανθρώπους για πολύ καιρό; Και από πού έδωσε στην πέτρα το νερό και στη σιαγόνα του όνου την πηγή;
Περισσότερα
Λεπτομέρειες