Καὶ ἤνοιξεν ὁ Θεὸς τὸ τραῦμα τὸ ἐν τῇ σιαγόνι, καὶ ἐξῆλθεν ἐξ αὐτοῦ ὕδατα· καὶ ἔπιεν, καὶ ἐπέστρεψε τὸ πνεῦμα αὐτοῦ, καὶ ἔζησεν.» «Καὶ εἶδεν ἐκεῖ γυναῖκα πόρνην, καὶ εἰσῆλθε πρὸς αὐτὴν, καὶ ἀπηγγέλη τοῖς Γαζαίοις, λέγοντες· Ἥκει Σαμψὼν ὧδε. Καὶ ἐκύκλωσαν, καὶ ἐνήδρευσαν αὐτὸν ὅλην τὴν νύκτα ἐν τῇ πύλῃ τῆς πόλεως. Καὶ ἐκώφευσαν ὅλην τὴν νύκτα λέγοντες· Ὡς διαφαύσει ὁ ὄρθρος φονεύσομεν αὐτόν. Καὶ ἐκοιμήθη Σαμψὼν ἕως μεσονυκτίου.
Μετάφραση
Και άνοιξε ο Θεός το τραύμα που βρισκόταν στη σιαγόνα, και βγήκαν από αυτό νερά· και ήπιε, και επανήλθε το πνεύμα του, και έζησε.» «Και είδε εκεί μια γυναίκα πόρνη, και πήγε σε αυτήν, και ειδοποιήθηκαν οι Γαζαίοι, με τα λόγια: Ήρθε εδώ ο Σαμψών. Και τον περικύκλωσαν, και του έστησαν ενέδρα όλη τη νύχτα στην πύλη της πόλης. Και παρέμειναν σιωπηλοί όλη τη νύχτα, λέγοντας: Μόλις χαράξει η αυγή, θα τον θανατώσουμε. Και κοιμήθηκε ο Σαμψών έως τα μεσάνυχτα.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες