Ἦν ὄρθρος· ὁ κλῆρος δέ—καὶ γὰρ ἐγγύθεν ᾤκουν—ἀνήφθη καὶ τάχιστα τὸν λόγον ἄλλῳ δίδωσιν ἄλλος. εἶτ᾽ ἐγείρεται φλὸξ λαμπρὰ λίαν· ὢ πόσων μὲν ἐν τέλει, πόσων ξένων δὲ συρρυέντων καὶ νόθων. οὐκ ἦν γὰρ ὅστις οὐκ ἐμεμήνει τοῖς τότε τοιαῦθ᾽ ὁρῶντες τἀπίχειρα τῶν πόνων. τί μακρὰ τείνω; ἐκ μὲν ἡμῶν αὐτίκα χωροῦσιν ὀργῇ, τοῦ σκοποῦ τῷ μὴ τυχεῖν ἀλγοῦντες. ὡς δ᾽ ἂν μὴ μάτην ὦσιν κακοί, τὸ λεῖπον ἐκπληροῦσι τῇ σκηνῇ τέλος. εἰς γὰρ χοραύλου λυπρὸν οἰκητήριον ἀχθέντες οἱ σεμνοί τε καὶ θεῷ φίλοι λαόν τ᾽ ἔχοντες τῶν ἀποβλήτων τινάς κυνῶν τυποῦσι τὸν κάκιστον ποιμένα, κείραντες οὐ δήσαντες οὐδὲ σὺν βίᾳ· κύων γὰρ ἦν πρόθυμος εἰς τὰ κρείσσονα. τομὴ δ᾽ ὑπῆλθε βοστρύχους εὐφορβίους λύουσ᾽ ἀμόχθως τὸν πολὺν χειρῶν πόνον, τοσοῦτον αὐτῷ καὶ μόνον δεδωκυῖα, ὅσον γυμνῶσαι τὸ τριχῶν μυστήριον, τριχῶν, ἐν αἷς ἔκειτο τὸ σθένειν ἅπαν, ὥσπερ λέγουσι τῷ κριτῇ Σαμψών ποτε, ὃν ἡ κόμη προὔδωκεν ἐξυρημένη, τριχῶν, ἀώρου κἀνεμοφθόρου θέρους, ἅς τις γυνὴ τέτμηκεν εἰς ἐχθρῶν χάριν.
Μετάφραση
Ήταν όρθρος. Ο κλήρος όμως —διότι κατοικούσαν εκεί κοντά— ξεσηκώθηκε και τάχιστα ο ένας μετέδιδε την είδηση στον άλλον. Έπειτα εγείρεται φλόγα πάρα πολύ μεγάλη· αλίμονο, πόσοι άρχοντες, και πόσοι ξένοι και νόθοι συνέρρευσαν. Διότι δεν υπήρχε κανείς που να μην είχε εξοργιστεί τότε, βλέποντας τέτοια ανταπόδοση των κόπων. Προς τι να μακρηγορώ; Από εμάς αποχωρούν αμέσως με οργή, θλιβόμενοι επειδή δεν πέτυχαν τον σκοπό τους. Και για να μην αποδειχθούν κακοί μάταια, συμπληρώνουν το τέλος που έλειπε από τη θεατρική τους σκηνή. Διότι, αφού οδηγήθηκαν στη θλιβερή κατοικία κάποιου αυλητή, οι σεμνοί και φίλοι του Θεού, έχοντας ως λαό κάποιους από τους απορριφθέντες, αναδεικνύουν τον κάκιστο ποιμένα των Κυνικών, αφού τον κούρεψαν, χωρίς να τον δέσουν ούτε με τη βία· διότι ο Κυνικός ήταν πρόθυμος για τα ανώτερα. Η κουρά εισχώρησε στους καλοθρεμμένους βοστρύχους, καταλύοντας χωρίς κόπο τον μεγάλο μόχθο των χεριών, αφήνοντάς του μόνο και μόνο τόσο, όσο για να αποκαλύψει το μυστήριο των τριχών, των τριχών στις οποίες βρισκόταν όλη του η δύναμη, όπως λένε κάποτε για τον κριτή Σαμψών, τον οποίο πρόδωσε η ξυρισμένη του κόμη, τριχών, ενός πρόωρου και ανεμοδαρμένου θερισμού, τις οποίες κάποια γυναίκα έκοψε για χάρη των εχθρών.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες