Κατὰ τῶν πονηρῶν γυναικῶν Οὐδὲν τοίνυν ἐφάμιλλον θηρίον γυναικὸς πονηρᾶς καὶ γλωσσώδους. Τί γὰρ λέοντος δεινότερον ἐν τετράποσιν, ἢ τί ὠμότερον δράκοντος ἐν ἑρπετοῖς; Ἀλλ᾽ οὐδὲν πλὴν γυναικὸς πονηρᾶς! Ὅτι δὲ λέων καὶ δράκων ἐν τῷ κακῷ ἔλαττον τυγχάνουσι, μαρτυρεῖ καὶ ὁ Σοφὸς λέγων· συνοικῆσαι λέοντι καὶ δράκοντι εὐδόκησον, ἢ μετὰ πονηρᾶς γυναικός· καὶ γὰρ λέοντες τὸν Δανιὴλ ἐν τῷ λάκκῳ ᾐδέσθησαν, τὸν δὲ Ναβουθὲ Ἰεζάβελ ἐφόνευσε· τὸ κῆτος τὸν Ἰωνᾶν ἐν τῇ κοιλίᾳ ἐφύλαξε, Δαλιλὰ δὲ τὸν Σαμψὼν ξυράσασα, τοῖς ἀλλοφύλοις παρέδωκε· δράκοντες καὶ ἀσπίδες καὶ κεράσται τὸν Ἰωάννην ἐν τῇ ἐρήμῳ ἐτρόμασαν, Ἡρῳδιὰς δὲ αὐτὸν ἐν ἀρίστῳ ἀπέτεμεν· οἱ κόρακες τὸν Ἠλίαν ἐν τῷ ὄρει διέθρεψαν, ἡ δὲ Ἰεζάβελ αὐτὸν μετὰ τὴν εὐεργεσίαν τοῦ ὑετοῦ πρὸς φόνον κατεδίωκε· καὶ φοβηθεὶς ἔφυγεν εἰς τὴν ἔρημον ὁδὸν ἡμερῶν τεσσαράκοντα, καὶ ἀθυμήσας ᾐτήσατο ἀποθανεῖν, λέγων· Κύριε ὁ Θεός, ἱκανούσθω νῦν· λάβε τὴν ψυχήν μου ἀπ᾽ ἐμοῦ, ὅτι οὐ κρείσσων ἐγώ εἰμι ὑπὲρ τοὺς πατέρας μου. Οἴμοι, ὁ Προφήτης ἐφοβήθη γυναῖκα! Ὁ τῆς οἰκουμένης ὅλον τὸν ὑετὸν ἐν τῇ γλώσσῃ βαστάζων· ὁ πῦρ οὐρανόθεν ῥήματι καταγαγὼν καὶ δι᾽ εὐχῆς νεκρὸν ἐγείρας, γυναῖκα ἐφοβήθη! Οὐδεμία γὰρ κακία συγκρίνεται γυναικὶ πονηρᾷ. Μαρτυρεῖ μοι τῷ λόγῳ καὶ ὁ Σοφός, λέγων· οὐκ ἔστι κεφαλὴ ὑπὲρ κεφαλὴν ὄφεως, καὶ οὐκ ἔστι κακία ὑπὲρ κακίαν γυναικός.
Μετάφραση
Κατά των πονηρών γυναικών. Κανένα θηρίο, λοιπόν, δεν είναι εφάμιλλο με την πονηρή και γλωσσού γυναίκα. Διότι τι είναι πιο φοβερό από το λιοντάρι ανάμεσα στα τετράποδα, ή τι πιο σκληρό από τον δράκοντα ανάμεσα στα ερπετά; Αλλά τίποτα δεν είναι χειρότερο από την πονηρή γυναίκα! Ότι δε το λιοντάρι και ο δράκοντας υπολείπονται στην κακία, το μαρτυρεί και ο Σοφός λέγοντας: προτίμησε να συγκατοικήσεις με λιοντάρι και δράκοντα, παρά με πονηρή γυναίκα. Διότι τα λιοντάρια σεβάστηκαν τον Δανιήλ μέσα στον λάκκο, ενώ τον Ναβουθαί τον φόνευσε η Ιεζάβελ· το κήτος φύλαξε τον Ιωνά στην κοιλιά του, ενώ η Δαλιδά, αφού ξύρισε τον Σαμψών, τον παρέδωσε στους αλλοφύλους· δράκοντες και ασπίδες και κεράστες φοβήθηκαν τον Ιωάννη στην έρημο, ενώ η Ηρωδιάδα τον αποκεφάλισε κατά τη διάρκεια ενός συμποσίου· οι κόρακες έθρεψαν τον Ηλία στο βουνό, ενώ η Ιεζάβελ, μετά την ευεργεσία της βροχής, τον καταδίωκε για να τον σκοτώσει· και εκείνος, επειδή φοβήθηκε, έφυγε στην έρημο σε πορεία σαράντα ημερών, και έχοντας απελπιστεί ζήτησε να πεθάνει, λέγοντας: Κύριε ο Θεός, ας είναι αρκετό τώρα· πάρε την ψυχή μου από εμένα, διότι δεν είμαι εγώ καλύτερος από τους πατέρες μου. Αλίμονο, ο Προφήτης φοβήθηκε γυναίκα! Αυτός που κρατούσε όλη τη βροχή της οικουμένης στη γλώσσα του, αυτός που με έναν λόγο κατέβασε φωτιά από τον ουρανό και με την προσευχή του ανέστησε νεκρό, φοβήθηκε μια γυναίκα! Διότι καμία κακία δεν συγκρίνεται με την πονηρή γυναίκα. Το μαρτυρεί στα λόγια μου και ο Σοφός, λέγοντας: δεν υπάρχει κεφάλι πιο δηλητηριώδες από το κεφάλι του φιδιού, και δεν υπάρχει κακία μεγαλύτερη από την κακία της γυναίκας.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες