Ποῦ πορεύῃ καὶ πόθεν ἔρχῃ; Ὁ δὲ εἶπε· Παραπορευόμεθα ἡμεῖς ἀπὸ Βηθλεὲμ Ἰούδα ἕως μηρῶν ὄρους Ἐφραΐμ· ἐκεῖθεν ἐγώ εἰμι καὶ ἦλθον ἐνταῦθα καταλῦσαι ἐκ τῆς ὁδοῦ καὶ οὐκ ἔστι τις ὁ ξενοδοχῶν ἡμᾶς. Καίγε ἄχυρα καὶ χορτάσματα ἐν τοῖς ὄνοις ἡμῶν καὶ ἄρτος καὶ οἶνός εἰσί μοι καὶ τῇ παλλακῇ μου καὶ τῷ νεανίσκῳ πρὸς κόρον καὶ οὐκ ἔστι μοι ὑστέρημα παντὸς πράγματος. Καὶ εἶπεν αὐτῷ ὁ πρεσβύτης·
Μετάφραση
Πού πηγαίνεις και από πού έρχεσαι; Και εκείνος είπε: Εμείς ταξιδεύουμε από τη Βηθλεέμ του Ιούδα προς τις πλαγιές του όρους Εφραίμ· από εκεί κατάγομαι και ήλθα εδώ για να καταλύσω από το ταξίδι, και δεν υπάρχει κανείς να μας φιλοξενήσει. Εξάλλου, υπάρχουν και άχυρα και ζωοτροφές για τα γαϊδούρια μας, καθώς και ψωμί και κρασί για εμένα, για την παλλακίδα μου και για τον νεαρό υπηρέτη σε αφθονία, και δεν έχω έλλειψη σε κανένα απολύτως πράγμα. Και του είπε ο γέροντας:
Περισσότερα
Λεπτομέρειες