Καὶ ἐξῆλθε πρὸς αὐτοὺς ὁ ἀνήρ, ὁ κύριος τοῦ οἴκου, καὶ εἶπεν· Ἀδελφοί, μὴ κακοποιήσητε δὴ τῷ ἀνθρώπῳ τῷ εἰσελθόντι εἰς τὴν οἰκίαν μου μηδὲ ποιήσητε ἐν αὐτῷ τὴν ἀφροσύνην ταύτην· ἴδε ἡ θυγάτηρ μου παρθένος καὶ ἡ παλλακὴ αὐτοῦ, ἐξάξω αὐτάς, καὶ ταπεινώσατε αὐτὰς καὶ ποιήσατε ἐν αὐταῖς τὸ ἀγαθὸν ἐν ὀφθαλμοῖς ὑμῶν. Καὶ ἐπελάβετο ὁ ἀνὴρ ὁ ὁδοιπόρος τὴν παλλακὴν αὐτοῦ καὶ ἐξήγαγεν αὐτὴν πρὸς αὐτοὺς ἔξω, καὶ ἔγνωσαν αὐτὴν καὶ ἐνέπαιζον αὐτὴν ὅλην τὴν νύκτα ἕως πρωῒ καὶ ἐξαπέστειλαν αὐτήν. Καὶ ἦλθεν ἡ γυνὴ πρὸς τὸν ὄρθρον καὶ ἔπεσε παρὰ τὰς θύρας τοῦ οἴκου, οὗ ἦν καταλύσας ὁ ἀνὴρ αὐτῆς, καὶ ἀπέθανε. Καὶ ἀνέστη ὁ ἀνὴρ αὐτῆς τῷ πρωῒ καὶ ἤνοιξε τὰς θύρας τοῦ οἴκου καὶ ἐξῆλθε τοῦ πορευθῆναι τὴν ὁδὸν αὐτοῦ, καὶ ἰδοὺ ἡ γυνὴ ἡ παλλακὴ αὐτοῦ πεπτωκυῖα παρὰ τὰς θύρας τοῦ οἴκου, καὶ εἶπε πρὸς αὐτήν· Ἀνάστα καὶ ἀπέλθωμεν. Καὶ οὐκ ἦν ἐν αὐτῇ φωνὴ οὔτε ἀκρόασις. Καὶ ἔλαβεν αὐτὴν ἐπὶ τὴν ὄνον καὶ ἐπορεύθη εἰς τὴν γῆν αὐτοῦ καὶ ἔλαβε τὴν ῥομφαίαν αὐτοῦ καὶ ἐκράτησεν τὴν παλλακὴν αὐτοῦ καὶ ἐμέλισεν τὴν παλλακὴν αὐτοῦ εἰς δώδεκα μέλη καὶ ἀπέστειλεν αὐτὰ ἐν παντὶ ὁρίῳ Ἰσραήλ. Καὶ ἐγένετο πᾶς ὁ βλέπων αὐτὰ ἐν κλαυθμῷ.
Μετάφραση
Και βγήκε προς αυτούς ο άνδρας, ο οικοδεσπότης, και είπε: «Αδελφοί, μην κάνετε κακό στον άνθρωπο που εισήλθε στην οικία μου ούτε να διαπράξετε αυτήν την αφροσύνη· ιδού η παρθένα θυγατέρα μου και η παλλακίδα του, θα τις βγάλω έξω, και ταπεινώστε τις και κάντε σε αυτές ό,τι φαίνεται καλό στα μάτια σας». Και έπιασε ο άνδρας ο οδοιπόρος την παλλακίδα του και την έβγαλε έξω προς αυτούς, και συνευρέθηκαν μαζί της και την κακοποιούσαν όλη τη νύκτα μέχρι το πρωί, και έπειτα την έδιωξαν. Και ήλθε η γυναίκα προς τον όρθρο και έπεσε παρά τις θύρες του οίκου, όπου είχε καταλύσει ο άνδρας της, και πέθανε. Και σηκώθηκε ο άνδρας της το πρωί και άνοιξε τις θύρες του οίκου και βγήκε για να πορευθεί την οδό του, και ιδού η γυναίκα, η παλλακίδα του, ήταν πεσμένη παρά τις θύρες του οίκου, και της είπε: «Σήκω και ας αναχωρήσουμε». Και δεν υπήρχε σε αυτήν φωνή ούτε ανταπόκριση. Και την έβαλε πάνω στην όνο και πορεύθηκε προς τη γη του, και πήρε τη ρομφαία του και κράτησε την παλλακίδα του και τη διαμέλισε σε δώδεκα μέρη, και τα απέστειλε σε όλα τα όρια του Ισραήλ. Και καθένας που τα έβλεπε ξεσπούσε σε κλαυθμό.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες