Ὁ δέ· «Ἱνατί τοῦτο», φησίν, «ἐρωτᾷς τὸ ὄνομά μου; καὶ αὐτό ἐστι θαυμαστόν». Καὶ ἄγγελον Θεοῦ Ἰησοῦς ὁ τοῦ Ναυῆ θεασάμενος ἐσπασμένην ῥομφαίαν χειριζόμενον λύειν τὸ ὑπόδημα τῶν ποδῶν τῷ Ἰησοῦ διεκελεύετο. Καὶ αὖθις ἄγγελος Θεοῦ παρεγένετο ἐν Εὐφραθᾷ πρὸς Γεδεών, υἱὸν Ἰωάς, ὁπηνίκα κατίσχυσε Μαδιὰμ κατὰ τῶν υἱῶν Ἰσραήλ, «καὶ εἶπε πρὸς αὐτόν· Κύριος μετὰ σοῦ δυνατὸς ἐν ἰσχύϊ καὶ ἀποκτενεῖς τὸν Μαδιὰμ ὡσεὶ ἄνδρα ἕνα· καὶ Γεδεὼν εἰσῆλθε καὶ ἐποίησε», καθὰ ἐλάλησε πρὸς αὐτὸν ὁ ἄγγελος Κυρίου, «καὶ ἐξήνεγκε πρὸς αὐτὸν ὑπὸ τὴν δρῦν καὶ προσεκύνησε. Καὶ εἶπε πρὸς αὐτὸν ὁ ἄγγελος Κυρίου· Λάβε τὰ κρέη καὶ τοὺς ἄρτους τοὺς ἀζύμους καὶ θὲς πρὸς τὴν πέτραν ἐκείνην, καὶ ἐποίησεν οὕτως. Καὶ ἐξέτεινεν ὁ ἄγγελος Κυρίου τὸ ἄκρον τῆς ῥάβδου τῆς ἐν τῇ χειρὶ αὐτοῦ καὶ ἥψατο τῶν θυσιῶν, καὶ ἀνήφθη πῦρ ἐκ τῆς πέτρας καὶ κατέφαγε πᾶσαν τὴν θυσίαν, καὶ ὁ ἄγγελος ἀπῆλθε ἐξ ὀφθαλμῶν αὐτῶν. Καὶ εἶδε Γεδεὼν ὅτι ἄγγελος Κυρίου ἐστί, καὶ εἶπε Γεδεών· Οἴμοι, Κύριε Κύριε, ὅτι εἶδον τὸν ἄγγελον Κυρίου πρόσωπον πρὸς πρόσωπον· καὶ εἶπεν αὐτῷ ὁ Κύριος· Εἰρήνη σοι, μὴ φοβοῦ, οὐ μὴ ἀποθάνῃς».
Μετάφραση
Εκείνος δε είπε: «Γιατί ρωτάς για το όνομά μου; Διότι αυτό είναι θαυμαστό». Και ο Ιησούς του Ναυή, όταν είδε άγγελο του Θεού να κρατά γυμνωμένη ρομφαία, πήρε την εντολή να λύσει το υπόδημα των ποδιών του. Και πάλι, άγγελος του Θεού παρουσιάστηκε στην Εφραθά στον Γεδεών, τον γιο του Ιωάς, όταν οι Μαδιανίτες είχαν υπερισχύσει των υιών του Ισραήλ, «και του είπε: Ο Κύριος είναι μαζί σου, δυνατός εν ισχύι, και θα κατατροπώσεις τους Μαδιανίτες σαν να ήταν ένας άνθρωπος. Και ο Γεδεών εισήλθε και έπραξε», όπως του είχε μιλήσει ο άγγελος του Κυρίου, «και τα έφερε έξω σε αυτόν κάτω από τη δρυ και προσκύνησε. Και του είπε ο άγγελος του Κυρίου: Πάρε τα κρέατα και τους άζυμους άρτους και θέσε τα πάνω σε εκείνη την πέτρα, και έκανε έτσι. Και άπλωσε ο άγγελος του Κυρίου το άκρο της ράβδου που είχε στο χέρι του και άγγιξε τις θυσίες, και άναψε πυρ από την πέτρα και κατέφαγε όλη την θυσία, και ο άγγελος εξαφανίστηκε από τα μάτια τους. Και είδε ο Γεδεών ότι είναι άγγελος του Κυρίου, και είπε ο Γεδεών: Αλίμονό μου, Κύριε, Κύριε, διότι είδα τον άγγελο του Κυρίου πρόσωπο με πρόσωπο. Και του είπε ο Κύριος: Ειρήνη σε σένα, μη φοβάσαι, δεν θα πεθάνεις».
Περισσότερα
Λεπτομέρειες