ΤΙΤΛ. Γʹ. —Περὶ βοηθείας Θεοῦ· καὶ ὅτι τοῦ Θεοῦ εὐδοκοῦντος ἐπιβουλὴ ἀνθρώπων ἀσθενεῖ, καὶ ὀλίγοι πολλῶν κρατοῦσι. «Καθότι αὐτοὺς ἐταπείνουν, πλείους ἐγίγνοντο, καὶ ἴσχυον σφόδρα.» «Εἶπε Κύριος πρὸς Μωϋσῆν· Εἶδον τὴν κάκωσιν τοῦ λαοῦ μου τοῦ ἐν Αἰγύπτῳ, καὶ τῆς κραυγῆς αὐτῶν ἀκήκοα, ἀπὸ τῶν ἐργοδιωκτῶν αὐτῶν. Οἶδα γὰρ τὴν ὀδύνην αὐτῶν, καὶ κατέβην τοῦ ἐξελέσθαι αὐτοὺς ἐκ χειρὸς Αἰγυπτίων, καὶ ἐξαγαγεῖν αὐτοὺς ἐκ τῆς γῆς ἐκείνης, καὶ εἰσαγαγεῖν αὐτοὺς εἰς γῆν ῥέουσαν μέλι καὶ γάλα.» «Εἶπε Βαλαάμ· Ἐκ Μεσοποταμίας κατεπέμψατό με Βαλὰκ βασιλεὺς Μωὰβ, λέγων· Κατάρασαί μοι τὸν Ἰσραήλ. Τί ἀράσομαι ὃν μὴ ἀρᾶται Κύριος; ἢ καταράσομαι ὃν μὴ καταρᾶται ὁ Θεός; »Εἶπε Κύριος πρὸς Γεδεών· Πολὺς ὁ λαὸς ὁ μετὰ σοῦ, ὥστε παραδοῦναί με τὴν Μαδιὰμ ἐν χειρὶ αὐτῶν, μήποτε καυχήσηται Ἰσραὴλ, ὅτι Ἡ χείρ μου ἔσωσέ με. Καὶ νῦν λάλησον εἰς τὰ ὦτα τοῦ λαοῦ, λέγων· Τίς ὁ φοβούμενος καὶ δειλός; Ἐπιστραφήτω.
Μετάφραση
ΤΙΤΛΟΣ Γ΄. — Περί της βοηθείας του Θεού· και ότι, όταν ο Θεός ευδοκεί, η επιβουλή των ανθρώπων εξασθενεί, και οι λίγοι επικρατούν των πολλών. «Όσο τους καταπίεζαν, τόσο περισσότεροι γίνονταν, και δυνάμωναν πάρα πολύ.» «Είπε ο Κύριος προς τον Μωυσή: Είδα την κακοπάθεια του λαού μου στην Αίγυπτο και άκουσα την κραυγή τους εξαιτίας των εργοδιωκτών τους. Διότι γνωρίζω την οδύνη τους, και κατέβηκα για να τους ελευθερώσω από τα χέρια των Αιγυπτίων, και να τους βγάλω από τη γη εκείνη, και να τους εισαγάγω σε γη που ρέει μέλι και γάλα.» «Είπε ο Βαλαάμ: Από τη Μεσοποταμία με έφερε ο Βαλάκ, ο βασιλιάς του Μωάβ, λέγοντας: Καταράσου για χάρη μου τον Ισραήλ. Πώς να καταραστώ αυτόν που δεν καταράστηκε ο Κύριος; Ή πώς να καταραστώ αυτόν που δεν καταριέται ο Θεός;» «Είπε ο Κύριος προς τον Γεδεών: Είναι πολύς ο λαός που είναι μαζί σου για να παραδώσω τη Μαδιάμ στα χέρια τους, μήπως τυχόν καυχηθεί ο Ισραήλ, λέγοντας: Το χέρι μου με έσωσε. Και τώρα, μίλησε στα αυτιά του λαού, λέγοντας: Ποιος είναι φοβισμένος και δειλός; Ας επιστρέψει.»
Περισσότερα
Λεπτομέρειες