Καὶ ἀπεστράφησαν ἀπὸ τοῦ λαοῦ εἴκοσι δύο χιλιάδες, καὶ δέκα χιλιάδες ἀπελείφθησαν. Καὶ εἶπε Κύριος πρὸς Γεδεών· Ἔτι ὁ λαὸς πολὺς, κατένεγκον αὐτοὺς εἰς τὸ ὕδωρ. Καὶ εἶπε πρὸς Γεδεών· Πᾶς ὃς ἂν λείξῃ τῇ γλώσσῃ αὐτοῦ ἀπὸ τοῦ ὕδατος, ὡς ἂν λείξῃ κύων, στήσεις αὐτοὺς κατὰ μόνας· καὶ ἐγένετο ὁ ἀριθμὸς αὐτῶν τριακόσιοι ἄνδρες. Καὶ εἶπε Κύριος· Ἐν τοῖς τριακοσίοις τούτοις παραδώσω τὴν Μαδιὰμ εἰς χεῖράς σου.» «Ἔλαβε Δαβὶδ τὴν ῥάβδον ἐν χειρὶ αὐτοῦ, καὶ ἐξελέξατο ἑαυτῷ πέντε λίθους, καὶ ἔθετο αὐτοὺς ἐν τῷ καδίῳ τῷ ποιμενικῷ, καὶ σφενδόνη αὐτοῦ ἐν τῇ χειρὶ αὐτοῦ. Καὶ προσῆλθεν πρὸς τὸν ἀλλόφυλον.
Μετάφραση
Και αποχώρησαν από τον λαό είκοσι δύο χιλιάδες, και δέκα χιλιάδες απέμειναν. Και είπε ο Κύριος προς τον Γεδεών: «Ακόμη ο λαός είναι πολύς, οδήγησέ τους κάτω στο νερό». Και είπε προς τον Γεδεών: «Καθέναν που θα γλείψει με τη γλώσσα του από το νερό, όπως γλείφει ο σκύλος, θα τον βάλεις χωριστά»· και ο αριθμός τους ανήλθε σε τριακόσιους άνδρες. Και είπε ο Κύριος: «Με αυτούς τους τριακόσιους θα παραδώσω τη Μαδιάμ στα χέρια σου.» «Πήρε ο Δαβίδ τη ράβδο στο χέρι του, διάλεξε για τον εαυτό του πέντε λίθους, τους τοποθέτησε στο ποιμενικό σακίδιο, και κρατούσε τη σφεντόνα στο χέρι του. Και πλησίασε τον αλλόφυλο.»
Περισσότερα
Λεπτομέρειες