Ψέγειν τὸν ἀνεπίληπτον, εἰς Θεὸν ἁμαρτία. Ἐπίτασις κακίας, τὸ μὴ μόνον αὐτὸν ἁμαρτάνειν, ἀλλὰ καὶ συνηγορεῖν αὐτοῖς. ΤΙΤΛ. Γʹ. —Περὶ χαλεπῶν καὶ ἀνοσίων πράξεων. «Ἐγένετο δὲ ἡνίκα ἤγγισεν Ἰσραὴλ ἐν τῇ γῇ ἐκείνῃ, ἐπορεύθη Ῥουβὴν, καὶ ἐπορνεύθη μετὰ Βάλλας τῆς παλλακῆς τοῦ πατρὸς αὐτοῦ. Καὶ ἤκουσεν Ἰσραὴλ, καὶ πονηρὸν ἐφάνη ἐναντίον αὐτοῦ.» «Γνοὺς δὲ Αὐνὰν, ὅτι οὐχ αὑτῷ ἔσται τὸ σπέρμα, καὶ ἐγένετο ὅταν εἰσῆλθεν πρὸς τὴν γυναῖκα τοῦ ἀδελφοῦ αὐτοῦ, ἐξέχεεν ἐπὶ τὴν γῆν, τοῦ μὴ δοῦναι σπέρμα τῷ ἀδελφῷ αὐτοῦ.» «Ἐμισθώσατο ἑαυτῷ Ἀβιμέλεχ ἄνδρας κενοὺς καὶ δειλούς· καὶ ἐπορεύθησαν ὀπίσω αὐτοῦ, καὶ εἰσῆλθεν εἰς τὸν οἶκον τοῦ πατρὸς αὐτοῦ εἰς Εὐφραθᾶ, καὶ ἀπέκτεινεν τοὺς ἀδελφοὺς αὐτοῦ, υἱοὺς Ἱεροβαὰλ οʹ ἄνδρας ἐπὶ λίθον ἕνα· καὶ κατελείφθη Ἰωθὰν υἱὸς Ἱεροβαὰλ ὁ νεώτερος, ὅτι ἐκρύβη.» «Ἐπελάβετο ὁ ἀνὴρ τῆς παλλακῆς αὐτοῦ, καὶ ἐξήγαγεν αὐτὴν πρὸς τοὺς ἔξω· καὶ ἔγνωσαν αὐτὴν, καὶ ἐνέπαιξαν αὐτὴν ὅλην τὴν νύκτα ἕως πρωΐ· καὶ ἐξαπέστειλαν αὐτὴν, καὶ ἀνέβη τῷ πρωΐ, καὶ ἦλθεν ἡ γυνὴ πρὸς τὸν ὄρθρον, καὶ ἔπεσεν παρὰ τὰς θύρας τοῦ πυλῶνος τοῦ οἴκου, οὗ ἐκεῖ ὁ ἀνὴρ αὐτῆς, ἕως οὗ διαφαύσῃ.
Μετάφραση
Το να κατακρίνει κανείς τον ανεπίληπτο είναι αμαρτία ενώπιον του Θεού. Αποτελεί επιδείνωση της κακίας το να μην αμαρτάνει μόνο ο ίδιος, αλλά και να συνηγορεί υπέρ εκείνων που αμαρτάνουν. ΤΙΤΛΟΣ Γʹ. — Περί σκληρών και ανόσιων πράξεων. «Συνέβη δε, όταν κατασκήνωσε ο Ισραήλ σε εκείνη τη γη, να πάει ο Ρουβήν και να πορνεύσει με τη Βάλλα, την παλλακίδα του πατέρα του. Και το άκουσε ο Ισραήλ, και του φάνηκε πολύ κακό.» «Γνωρίζοντας δε ο Αυνάν ότι το σπέρμα δεν θα είναι δικό του, συνέβαινε, όταν ερχόταν σε επαφή με τη γυναίκα του αδελφού του, να το χύνει στη γη, για να μη δώσει απόγονο στον αδελφό του.» «Ο Αβιμέλεχ μίσθωσε για τον εαυτό του άνδρες αργόσχολους και άνανδρους· και τον ακολούθησαν, και εισήλθε στον οίκο του πατέρα του στην Εφραθά, και σκότωσε τους αδελφούς του, τους γιους του Ιεροβάαλ, εβδομήντα άνδρες πάνω σε μια πέτρα· και διασώθηκε ο Ιωθάμ, ο νεότερος γιος του Ιεροβάαλ, επειδή κρύφτηκε.» «Έπιασε τότε ο άνδρας την παλλακίδα του και την έβγαλε έξω σε αυτούς· και συνευρέθηκαν μαζί της, και την κακοποίησαν όλη τη νύχτα μέχρι το πρωί· έπειτα την έδιωξαν, και καθώς ξημέρωνε το πρωί, ήλθε η γυναίκα την ώρα του όρθρου και έπεσε μπροστά στις θύρες του πυλώνα του σπιτιού, όπου βρισκόταν ο άνδρας της, μέχρι να φωτίσει η ημέρα.»
Περισσότερα
Λεπτομέρειες