Ἤδη δὲ τοῦ λαοῦ ἐκλυθέντος διὰ τὸ δίψος, καὶ μελλόντων ἐκδοῦναι τὴν πόλιν τῶν ἀρχόντων, ἡ Ἰουδὶθ, ἀποβαλοῦσα τὰ τῆς χηρεύσεως ἱμάτια (ἐπένθει γὰρ τὸν ἄνδρα, καὶ δι᾽ ὅλου ἔμενεν νηστεύουσα), ἐκόσμησεν ἑαυτὴν ὡς νύμφην· καὶ πολλὰ παρακαλέσασα τοὺς ἄρχοντας, ὥστε μὴ ἐκδοῦναι τὴν πόλιν ἄχρις ἡμερῶν εʹ, ἐξῆλθεν αὐτὴ πρὸς τὸν Ὁλοφέρνην, καὶ τῇ σοφίᾳ αὐτῆς ἀπατήσασα αὐτὸν, τῇ τρίτῃ ἡμέρᾳ ἀπεκεφάλισεν αὐτὸν, ἀγνοούντων τῶν στρατιωτῶν αὐτοῦ. Καὶ οὕτω λοιπὸν οἱ μὲν Ἀσσύριοι ἔφυγον, οἱ δὲ υἱοὶ Ἰσραὴλ πανταχόθεν συνδραμόντες, κατέκοψαν τοὺς Ἀσσυρίους. Οὕτω δὲ σωθέντες, καὶ σκυλεύσαντες τοὺς πολεμίους, δεδώκασι τῇ Ἰουδὶθ πάντα τὰ τοῦ Ὁλοφέρνου. Αὐτὴ δὲ ἡ Ἰουδὶθ, ἀπελθοῦσα εἰς τὴν Ἱερουσαλὴμ, ἀνέθηκε πάντα τῷ Κυρίῳ, καὶ ὑποστρέψασα εἰς τὸν οἶκον ἑαυτῆς, τὴν αὐτὴν εἶχεν ἄσκησιν, καὶ διέμεινεν ἕως θανάτου χήρα, μηδενὸς αὐτὴν ἰσχύσαντος πεῖσαι εἰς γάμον, καὶ ἀπέθανε, ζήσασα καλῶς ἐν τῇ χηρείᾳ, ἐτῶν ρεʹ.
Μετάφραση
Και καθώς ο λαός είχε ήδη εξαντληθεί από τη δίψα και οι άρχοντες επρόκειτο να παραδώσουν την πόλη, η Ιουδίθ, αφού απέβαλε τα ενδύματα της χηρείας (διότι πενθούσε τον άνδρα της και παρέμενε συνεχώς νηστεύουσα), στολίστηκε ως νύμφη. Και αφού παρακάλεσε θερμά τους άρχοντες να μην παραδώσουν την πόλη μέχρι να παρέλθουν πέντε ημέρες, εξήλθε η ίδια προς τον Ολοφέρνη, και αφού τον εξαπάτησε με τη σοφία της, την τρίτη ημέρα τον αποκεφάλισε, εν αγνοία των στρατιωτών του. Και έτσι λοιπόν οι μεν Ασσύριοι τράπηκαν σε φυγή, οι δε υιοί του Ισραήλ, αφού έσπευσαν από παντού, κατέκοψαν τους Ασσυρίους. Αφού σώθηκαν κατ' αυτόν τον τρόπο και σκύλευσαν τους εχθρούς, έδωσαν στην Ιουδίθ όλα τα υπάρχοντα του Ολοφέρνη. Η ίδια η Ιουδίθ, αφού μετέβη στην Ιερουσαλήμ, τα αφιέρωσε όλα στον Κύριο, και επιστρέφοντας στον οίκο της, διατήρησε την ίδια άσκηση και παρέμεινε χήρα μέχρι τον θάνατό της, χωρίς να μπορέσει κανείς να την πείσει να έλθει σε γάμο, και πέθανε, αφού έζησε ενάρετα στη χηρεία, σε ηλικία εκατόν πέντε ετών.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες