Τί γὰρ τοῦ καθ’ ἡμᾶς ἀκιδνότερον ἢ τίνων οὐ βαρυαλγέστερα πάσχομεν, εἴ γε καὶ τὸ κουφότατον ἁπάντων καὶ προχειρότατον ἡ ἐλπὶς ὄλωλεν ἐξ ἡμῶν, ἀπῴχετο, περικέκοπται; ἢ μᾶλλον ἐπαναθώμεθα Θεῷ καὶ τὰ σφέτερα, ὅς ἐστι ταπεινῶν βοηθός, ἐλαττόνων ἰσχύς, ἀσθενούντων ἀντιλήπτωρ, ἀπεγνωσμένων σκεπαστής, ἀπηλπισμένων πατήρ, πεινώντων τροφεύς, καὶ ἡμέρας ἀνακαινίζων τῶν ἐξερρυηκότων ὡς φύλλα, καὶ τὸ μὲν πρόσωπον ἐν θυμῷ βραχεῖ ἀποστρέφων, ἐν ἐλέῳ δ’ οἰκτείρων διαιωνίζοντι, ἀλλὰ δὴ καὶ ζωῆς καὶ θανάτου κυριεύων καὶ παλαιστῶν μέτρον τὰς ἀνθρωπίνας ἡμέρας θέμενος, ὡς δὲ οὐδὲν τὴν ἡμετέραν ὑπόστασιν. σὲ μὲν ἀρτίως τῶν ὧδε μετήνεγκεν, ἡμᾶς δ’ ἐσύστερον προσλαβέσθαι προεμηθεύσατο· αἴθε δὲ καὶ ἐν εὐθέτῳ καιρῷ, εἰπεῖν δὲ καὶ τόπῳ (τὸ γὰρ περιφορήτως ἔχειν κατὰ σκηνήτας καὶ τοῦτο δίδωσιν εὔχεσθαι) μηδ’ ἀνετοιμάστως, μηδ’ ὑπὸ θανάτου ποιμαινομένους κατ’ ἐκείνους τοὺς ἐν ᾅδῃ τεθειμένους ὡς πρόβατα, ἀλλ’ εἰς τόπον χλόης ἐνσκηνουμένους κἀπὶ ὕδατος ἀναπαύσεως ἐκτρεφομένους καὶ τὴν ψυχὴν ἐπιστρεφομένους ἐπὶ τρίβους τῆς ἐν Χριστῷ κεκρυμμένης ζωῆς τῆς μακαρίας τε καὶ μακραίωνος.
Μετάφραση
Διότι τι είναι πιο αδύναμο από εμάς ή από ποιους δεν υποφέρουμε πιο οδυνηρά, εφόσον και το πιο ελαφρύ και πρόχειρο από όλα, η ελπίδα, χάθηκε από εμάς, έφυγε, αποκόπηκε; Ή μάλλον ας αναθέσουμε τα δικά μας στον Θεό, ο οποίος είναι βοηθός των ταπεινών, δύναμη των αδυνάτων, προστάτης των ασθενών, σκεπαστής των απεγνωσμένων, πατέρας των απελπισμένων, τροφός των πεινασμένων, και ανακαινίζει τις ημέρες όσων έχουν μαραθεί σαν τα φύλλα, και ο οποίος αποστρέφει μεν το πρόσωπό του με σύντομο θυμό, αλλά σπλαγχνίζεται με αιώνιο έλεος, ο οποίος βεβαίως εξουσιάζει τη ζωή και τον θάνατο και έχει θέσει τις ανθρώπινες ημέρες ίσες με μια σπιθαμή και την υπόστασή μας ως ένα τίποτα. Εσένα μεν μόλις τώρα σε μετέφερε από τα εγκόσμια, ενώ εμάς προνόησε να μας παραλάβει αργότερα· μακάρι δε αυτό να γίνει σε εύθετο χρόνο, και ας πούμε και σε κατάλληλο τόπο (διότι το να περιφερόμαστε σαν σκηνίτες μας κάνει να ευχόμαστε και αυτό), και ούτε απροετοίμαστους, ούτε ποιμαινόμενους από τον θάνατο, όπως εκείνους που έχουν τεθεί στον άδη σαν πρόβατα, αλλά κατασκηνώνοντας σε τόπο χλόης και τρεφόμενοι σε ύδωρ αναπαύσεως και επιστρέφοντας την ψυχή στις τρίβους της κεκρυμμένης εν Χριστώ ζωής, της μακάριας και αιώνιας.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες