Εἶτα τὸ δοκοῦν διαπλάσαντες εἴδωλον, προσεκόμιζον θυσίας αὐτῷ, καὶ τῆς εἰς Θεὸν εὐσεβείας εἰς ἅπαν ἠφειδηκότες, τῷ ξύλῳ εἶπαν, ὅτι Πατήρ μου εἶ σὺ, καὶ τῷ λίθῳ, Σὺ ἐγέννησάς με. Ἆρ᾽ οὖν ὀλίγοι τοῦτο πεπόνθασιν; Οὐδαμῶς, φησί· παγγενεὶ γὰρ καὶ πανοικὶ πεπλάνηνται μικροὶ καὶ μεγάλοι. Καὶ γοῦν ἔφη πάλιν πρὸς τὸν μακάριον προφήτην Ἱερεμίαν· «Καὶ σὺ μὴ προσεύχου περὶ τοῦ λαοῦ τούτου, καὶ μὴ ἀξίου περὶ αὐτῶν ἐν δεήσει καὶ προσευχῇ, ὅτι οὐκ εἰσακούσομαι.
Μετάφραση
Έπειτα, αφού έπλασαν είδωλο κατά την αρέσκειά τους, του προσέφεραν θυσίες, και έχοντας εντελώς καταφρονήσει την ευσέβεια προς τον Θεό, είπαν στο ξύλο: «Εσύ είσαι ο πατέρας μου», και στην πέτρα: «Εσύ με γέννησες». Άραγε, λίγοι το έπαθαν αυτό; Κάθε άλλο, λέει· διότι πλανήθηκαν μικροί και μεγάλοι, ολόκληρες γενιές και οικογένειες. Και γι' αυτό είπε πάλι προς τον μακάριο προφήτη Ιερεμία: «Και εσύ μην προσεύχεσαι για τον λαό αυτόν, και μην παρακαλάς γι' αυτούς με δέηση και προσευχή, διότι δεν θα εισακούσω».
Περισσότερα
Λεπτομέρειες