Προσεδοκοῦμεν γὰρ παραμυθίαν ἔχειν σε μεθ᾽ ἡμῶν, καὶ νῦν βλέπομεν φεύγοντά σε, καὶ ὁρῶμεν, ὅτι κρινόμενος μὲν ἐλεγχθήσῃ, κινδυνεύων δὲ μεταμεληθήσῃ. Καὶ τίς φείσεται, ὡς ὁ προφήτης εἴρηκεν, ἐπὶ σοί; Τίς ἀνακάμψει ἐπὶ σὲ εἰς εἰρήνην, ὁρῶν τοὺς ἀδελφοὺς, δι᾽ οὓς Χριστὸς ἀπέθανε, βλαβέντας ἐπὶ τῇ σῇ φυγῇ; Δεῖ γὰρ εἰδέναι σε καὶ μὴ ἀμφιβάλλειν, ὅτι πρὶν μὲν κατασταθῇς σαυτῷ ἔζης, κατασταθεὶς δὲ, οἷς κατεστάθης. Καὶ πρὶν μὲν λάβῃς τὴν τῆς ἐπισκοπῆς χάριν, οὐδεὶς ἐγίνωσκέ σε· γενόμενον δὲ λοιπὸν, οἱ λαοὶ προσδοκῶσι φέροντά σε τροφὴν αὐτοῖς, τὴν ἐκ τῶν Γραφῶν διδασκαλίαν· ὅταν τοίνυν οἱ προσδοκῶντες λιμώττωσι, σὺ δὲ σαυτὸν μόνον τρέφῃς, καὶ ἔλθῃ ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστὸς, ἡμεῖς τε αὐτῷ παραστῶμεν, ποίαν σχοίης ἀπολογίαν, ὁρῶντος αὐτοῦ τὰ ἴδια πρόβατα λιμώττοντα; Εἰ μὲν γὰρ μὴ εἰλήφεις τὰ δηνάρια, οὐκ ἂν ἐμέμψατό σε· λαβόντα δὲ καὶ χώσαντα καὶ κρύψαντα, μέμψαιτ᾽ ἂν εἰκότως, λέγων ἐκεῖνα τὰ ῥήματα, ἃ μὴ γένοιτο, κἂν ἀκοῦσαι τὴν σὴν εὐλάβειαν· Ἔδει σε βαλεῖν τὰ δηνάριά μου τοῖς τραπεζίταις, ἵνα ἐλθὼν κἀγὼ παρ᾽ ἐκείνων ἀπαιτήσω.
Μετάφραση
Διότι προσδοκούσαμε να σε έχουμε παρηγοριά μαζί μας, και τώρα σε βλέπουμε να φεύγεις, και διαπιστώνουμε ότι, αν κριθείς, θα ελεγχθείς, και αν βρεθείς σε κίνδυνο, θα μεταμεληθείς. Και ποιος θα σε σπλαχνιστεί, όπως έχει πει ο προφήτης; Ποιος θα στραφεί προς εσένα με ειρήνη, βλέποντας τους αδελφούς, για τους οποίους πέθανε ο Χριστός, να ζημιώνονται εξαιτίας της φυγής σου; Διότι πρέπει να γνωρίζεις και να μην αμφιβάλλεις ότι, πριν κατασταθείς στο αξίωμα, ζούσες για τον εαυτό σου, αφού όμως καταστάθηκες, ζεις για εκείνους για τους οποίους ορίστηκες. Και πριν λάβεις τη χάρη της επισκοπής, κανείς δεν σε γνώριζε· αφότου όμως την έλαβες, τα πλήθη προσδοκούν να τους φέρεις τροφή, δηλαδή τη διδασκαλία των Γραφών. Όταν λοιπόν εκείνοι που προσδοκούν λιμοκτονούν, και εσύ τρέφεις μόνο τον εαυτό σου, και έλθει ο Κύριός μας Ιησούς Χριστός, και εμείς παρασταθούμε ενώπιόν Του, ποια απολογία θα προβάλεις, όταν Εκείνος θα βλέπει τα ίδια Του τα πρόβατα να λιμοκτονούν; Διότι, αν δεν είχες λάβει τα δηνάρια, δεν θα σε κατέκρινε· εφόσον όμως τα έλαβες, τα έθαψες και τα έκρυψες, εύλογα θα σε κατακρίνει, λέγοντας εκείνα τα λόγια, τα οποία – ο μη γένοιτο – εύχομαι ούτε καν να τα ακούσει η ευλάβειά σου: «Έπρεπε να καταθέσεις τα δηνάριά μου στους τραπεζίτες, ώστε ερχόμενος εγώ να τα απαιτήσω από εκείνους».
Περισσότερα
Λεπτομέρειες