Ἰεμενεὶ μὲν υἱὸς ὡς ἀπὸ τοῦ δήμου Ἰεμενεί, ὅθεν ἦσαν ὁ Σαοὺλ καὶ ὁ Σεμεεὶ καὶ ὁ τὴν ἀγγελίαν καταμηνύσας 〈...〉 υἱὸς δὲ Ἀραχὶ ὡς ἀπὸ τοῦ πατρός· ἢ καὶ ἐπειδὴ Ἰεμενεὶ ἑρμηνεύεται δεξιά· δεξιὰ δὲ χεὶρ ἐν τῇ ἀνάγκῃ τῷ Δαυὶδ ἐγένετο. Υἱὸς δεξιᾶς· οὕτως ὁ Βενιαμὶν ἀπὸ τοῦ συμβάντος 〈υἱὸς ὀδύνης〉 ἐλέγετο. Ἔμαθες τῆς εἰκόνος τοῦ ψαλμοῦ τὸ ἐπίγραμμα· ἴδε μοι λοιπὸν καὶ τὸ γράμμα τοῦ ψαλμοῦ. 〈Κύριε ὁ θεός μου, ἐπὶ σοὶ ἤλπισα, σῶσόν με.〉 Κἂν γὰρ ὁ Χουσὶ μεσίτης τοῦ δράματος γέγονε, κἂν τῇ πανοπλίᾳ τῶν λόγων τὸν τύραννον ἔδησεν, ἀλλ᾽ αὐτὸς ἔδωκας αὐτῷ λόγον ἐν ἀνοίξει τοῦ στόματος, αὐτὸς τὸ θάρσος ἐνέδυσας, αὐτὸς τὰς βουλὰς τοῦ Ἀχιτόφελ διεσκέδασας, αὐτὸς τὸν Ἀβεσσαλὼμ τοῖς λόγοις τοῦ φίλου συνέδησας, αὐτὸς αὐτῷ τὸ δένδρον δικαστὴν καὶ δήμιον ἐχειροτόνησας. Ἐπεὶ οὖν οὐκ ἀνθρώπῳ τὴν ἐμαυτοῦ σωτηρίαν, ἀλλὰ σοὶ ἐπίστευσα—〈Ἐπικατάρατος γὰρ ἄνθρωπος ὁ τὴν ἐλπίδα ἔχων ἐπ᾽ ἄνθρωπον—Κύριε ὁ θεός μου, ἐπὶ σοὶ ἤλπισα.〉 Ὥσπερ γὰρ τοξότου τὸ βέλος πέμψαντος καὶ τὸν πολέμιον καταβαλόντος οὐδεὶς τὸ βέλος ἐπαινεῖ, ἀλλὰ τὸν τοξότην θαυμάζει τὸν τοῦ βέλους ὁδηγόν, οὕτως ὁ Δαυίδ, οὐ τῷ μεσίτῃ τοῦ δράματος τῷ Χουσί, ἀλλὰ τῷ θεῷ εὐχαριστεῖ.
Μετάφραση
Αποκαλείται γιος του Ιεμενεί με την έννοια ότι καταγόταν από τον δήμο του Ιεμενεί, από όπου κατάγονταν ο Σαούλ και ο Σεμεεί και αυτός που έφερε την είδηση <...> και γιος του Αραχί σε σχέση με τον πατέρα του· ή και επειδή το όνομα Ιεμενεί ερμηνεύεται ως «δεξιά»· και ο Χουσί έγινε δεξί χέρι για τον Δαβίδ την ώρα της ανάγκης. «Γιος της δεξιάς»· έτσι και ο Βενιαμίν από το συμβάν ονομαζόταν <«γιος οδύνης»>. Έμαθες το επίγραμμα της εικόνας του ψαλμού· δες τώρα μαζί μου και το κείμενο του ψαλμού. <Κύριε ο Θεός μου, σε σένα ήλπισα, σώσε με.> Διότι, έστω και αν ο Χουσί έγινε ο μεσολαβητής της υπόθεσης, έστω και αν με την πανοπλία των λόγων του έδεσε τον τύραννο, όμως Εσύ του έδωσες λόγο όταν άνοιξε το στόμα του, Εσύ τον έντυσες με θάρρος, Εσύ ματαίωσες τα σχέδια του Αχιτόφελ, Εσύ παγίδευσες τον Αβεσσαλώμ με τα λόγια του φίλου του, Εσύ όρισες το δέντρο να γίνει γι' αυτόν και δικαστής και δήμιος. Επειδή, λοιπόν, δεν εμπιστεύτηκα τη σωτηρία μου σε άνθρωπο αλλά σε Σένα — <Διότι, «επικατάρατος είναι ο άνθρωπος που στηρίζει την ελπίδα του σε άνθρωπο» — Κύριε ο Θεός μου, σε σένα ήλπισα.> Διότι, όπως ακριβώς όταν ένας τοξότης ρίξει το βέλος και καταβάλει τον εχθρό, κανείς δεν επαινεί το βέλος, αλλά θαυμάζει τον τοξότη που οδήγησε το βέλος, έτσι και ο Δαβίδ δεν ευχαριστεί τον μεσολαβητή της υπόθεσης, τον Χουσί, αλλά τον Θεό.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες