Σχοινίοις, τουτέστι, τῆς γῆς τὴν κληρονομίαν· ἀσθενήσαντες τοίνυν ἐντεῦθεν, φησὶν, ἐξελεύσονται, ὥστε αὐτὸν πορευθῆναι, καὶ ξένην ὁδόν· ἵνα εἴπῃ τὴν τῆς αἰχμαλωσίας. Διὰ τοῦτο καὶ σωματικῶς αὐτοῖς συνέβη· τοιαύτην ὥδευσαν ὁδὸν ἄβατον καὶ τραχεῖαν, ὡς πάντας κινεῖν κεφαλὰς αὐτῶν. Ὅταν γὰρ μεγάλα ᾖ τὰ δεινὰ, οὐδὲ λόγῳ παριστῶμεν αὐτὰ, ἀλλὰ συριγμῷ καὶ κινήσει κεφαλῆς. *Ὡς ἄνεμος καύσωνα διασπερῶ αὐτοὺς κατὰ πρόσωπον τῶν ἐχθρῶν αὐτῶν.
Μετάφραση
«Με τα σχοινιά», δηλαδή, εννοεί την κληρονομιά της γης· αφού λοιπόν εξασθενήσουν από εκεί, λέγει, θα εξέλθουν, ώστε να πορευθεί σε ξένο δρόμο· θέλοντας να υποδηλώσει την αιχμαλωσία. Γι' αυτό άλλωστε τους συνέβη αυτό και σωματικά· βάδισαν σε τέτοιον άβατο και τραχύ δρόμο, ώστε όλοι να κουνούν τα κεφάλια τους. Διότι, όταν τα δεινά είναι μεγάλα, δεν τα περιγράφουμε καν με λόγια, αλλά με σφύριγμα και με κούνημα του κεφαλιού. *Σαν τον καυτό άνεμο θα τους διασκορπίσω μπροστά στο πρόσωπο των εχθρών τους.*
Περισσότερα
Λεπτομέρειες