Πάθοι δ᾽ ἂν τοῦτο αὐτὸ καὶ ἀνθρώπου ψυχὴ, τῆς πρὸς Θεὸν ἀγάπης ὀλιγωρήσασα. περιενεχθήσεται γὰρ εἰς πᾶν ὁτιοῦν τῶν τοῖς δαιμονίοις ἠγαπημένων, αἰχμάλωτος καὶ δειλὴ καὶ ἄναλκις, καὶ δὴ καὶ δικαίως ἀκούσεται λέγοντος Θεοῦ “Παι- ”δεύσει σε ἡ ἀποστασία σου, καὶ ἡ κακία σου ἐλέγξει σε.” <Μέτοχος εἰδώλων Ἐφραῒμ ἔθηκεν ἑαυτῷ σκάνδαλα, ᾑρέτισε Χαναναίους· πορνεύοντες ἐξεπόρνευσαν, ἠγάπησαν ἀτιμίαν ἐκ φρυάγματος αὐτῶν. συστροφὴ πνεύματος σὺ εἶ ἐν ταῖς πτέρυξιν αὐτῆς, καὶ καταισχυνθήσονται ἐκ τῶν θυσιαστηρίων αὐτῶν.> Ἔτι τῷ προφήτῃ πρὸς τὸν Ἰούδαν ὁ λόγος, ὑποπλαττόμενον μὲν, ὡς ἔφην, τὸ μεταποιεῖσθαι τοῦ νόμου, καὶ τὴν εἰς Θεὸν εὐσέβειαν οὐκ ἐν μικρῷ ποιεῖσθαι λόγῳ, διανενευκότα δὲ λεληθότως ἐπὶ τὸ χρῆναι τιμᾶν τὰ τῶν δαιμονίων ἰνδάλματα. οὐκοῦν γέγονε, φησὶν, ὁμολογουμένως μέτοχος εἰδώλων ὁ Ἐφραῒμ, τουτέστιν, ὁ Ἰσραήλ. ὠνόμασται δὲ οὕτως ἀπὸ τῆς παρ᾽ αὐτῷ κρατούσης φυλῆς, φημὶ δὴ τῆς τοῦ Ἱεροβοάμ· ἦν γὰρ ἐξ ὄρους καὶ φυλῆς Ἐφραΐμ. καὶ ὥσπερ Ἰούδαν τὴν ἐν τοῖς Ἱεροσολύμοις ἀποκαλεῖ, τῇ βασιλευούσῃ φυλῇ τὴν κλῆσιν τετηρηκὼς, οὕτω καὶ ἐπὶ τοῦ Ἰσραὴλ, ὅταν ὀνομάζῃ τὸν Ἐφραῒμ, ἀπὸ τῆς βασιλευούσης φυλῆς ποιεῖται τὴν ὀνομασίαν. μετέσχε δὴ οὖν ὁ Ἐφραῒμ εἰδώλων φησί.
Μετάφραση
Αυτό ακριβώς θα μπορούσε να πάθει και η ψυχή του ανθρώπου, εάν αμελήσει την αγάπη προς τον Θεό. Διότι θα παρασυρθεί σε οτιδήποτε είναι αρεστό στους δαίμονες, αιχμάλωτη, δειλή και ανίσχυρη, και τότε δικαίως θα ακούσει τον Θεό να λέει: «Θα σε τιμωρήσει η αποστασία σου και η κακία σου θα σε ελέγξει». <Συμμέτοχος στα είδωλα ο Εφραίμ έθεσε στον εαυτό του σκάνδαλα, προτίμησε τους Χαναναίους· πορνεύοντας αφέθηκαν στην πορνεία, αγάπησαν την ατιμία από την αλαζονεία τους. Είσαι συστροφή ανέμου μέσα στις φτερούγες της, και θα καταντροπιαστούν από τα θυσιαστήριά τους.> Ο λόγος του προφήτη απευθύνεται ακόμη προς τον Ιούδα, ο οποίος προσποιούνταν, όπως είπα, ότι τηρούσε τον νόμο και ότι δεν υποτιμούσε την ευσέβεια προς τον Θεό, ενώ κρυφά είχε κλίνει στο να τιμά τα ινδάλματα των δαιμόνων. Επομένως, λέει, ο Εφραίμ, δηλαδή ο Ισραήλ, έγινε αναντίρρητα συμμέτοχος των ειδώλων. Και ονομάστηκε έτσι από την κυρίαρχη σε αυτόν φυλή, εννοώ βέβαια αυτήν του Ιεροβοάμ· διότι αυτός καταγόταν από το όρος και τη φυλή του Εφραίμ. Και όπως αποκαλεί Ιούδα αυτούς που βρίσκονταν στα Ιεροσόλυμα, διατηρώντας την ονομασία από τη βασιλεύουσα φυλή, έτσι και στην περίπτωση του Ισραήλ, όταν τον ονομάζει Εφραίμ, δίνει την ονομασία από τη βασιλεύουσα φυλή. Επομένως, ο Εφραίμ συμμετείχε στα είδωλα, λέει.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες