Ἐπὶ πᾶσιν αὐτὸς ὁ δεσπότης τῆς ἀμπέλου ἐπιστενάζων αὐτῇ ἐβόα· 〈Ἐγώ σε ἐφύτευσα ἄμπελον καρποφόρον ἀληθινήν· πῶς ἐστράφης εἰς πικρίαν, ἡ ἄμπελος ἡ ἀλλοτρία;〉 Ὡς μὲν φυτὸν ἐμόν, ὡς δὲ πικρὸν οὐκ ἐμόν. Ἐπεὶ οὖν ἐστέναζον οἱ ἐργάται τοῦ ἀμπελῶνος ἐκείνου, οἱ προφῆται, ὅτι οὐδαμοῦ ληνὸς πληρουμένη, οὐδαμοῦ ἐπιλήνιον ᾆσμα, ἦλθεν ἡ μονογενὴς ἄμπελος, ἣν ἄνω μὲν ὁ πατὴρ ἀφράστως ἐγέννησε, κάτω δὲ ἡ ἀγεώργητος χώρα ἀσπόρως ἐβλάστησε. Καὶ ἐλθοῦσα ἡ ἄμπελος ἐκληματοβόλησε τοὺς ἀποστόλους, ἐβλαστοφόρησε τοὺς σωζομένους, ἐκλαδεύθη τῷ πάθει, ἐχαρακώθη τῷ σταυρῷ, ἐσκάφη τοῖς ἥλοις, ἐδισκαφήθη τῇ λόγχῃ, ἐδακρυρρόησε τὴν ἀπώλειαν τῶν Ἰουδαίων, κατωρύγη ἐν τῷ τάφῳ, ἀνέθαλε τῇ ἀναστάσει, ἐβοτρυοφόρησε τὰ ἔθνη, ληνοὺς ἐπλήρωσε τὰς ἐκκλησίας.
Μετάφραση
Πάνω απ' όλα ο ίδιος ο Δεσπότης της αμπέλου, στενάζοντας γι' αυτήν, φώναζε: «Εγώ σε φύτεψα ως άμπελο καρποφόρα και αληθινή· πώς μετατράπηκες σε πικρία, ω άμπελος η ξένη;» Ως φυτό μεν είναι δικό μου, ως πικρό όμως δεν είναι δικό μου. Επειδή λοιπόν στέναζαν οι εργάτες εκείνου του αμπελώνα, οι προφήτες, διότι πουθενά δεν γέμιζε το πατητήρι, πουθενά δεν ακουγόταν το τραγούδι του τρύγου, ήλθε η μονογενής άμπελος, την οποία άνω μεν ο Πατέρας γέννησε άρρητα, κάτω δε η αγεώργητη γη βλάστησε άσπορα. Και όταν ήλθε η άμπελος, έβγαλε ως κλήματα τους αποστόλους, έβγαλε ως βλαστούς τους σωζόμενους, κλαδεύτηκε με το πάθος, υποστυλώθηκε στον σταυρό, σκάφτηκε με τα καρφιά, ανασκάφτηκε με τη λόγχη, έχυσε δάκρυα για την απώλεια των Ιουδαίων, παραχώθηκε μέσα στον τάφο, άνθισε ξανά με την ανάσταση, καρποφόρησε ως σταφύλια τα έθνη, γέμισε ως πατητήρια τις εκκλησίες.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες