Αἰτιᾶται γοῦν αὐτοὺς, καί φησιν· Οἱ ἱερεῖς οὐκ εἶπαν, Ποῦ ἔστι Κύριος; Καὶ οἱ ἀντεχόμενοι τοῦ νόμου οὐκ ἠπίσταντό με, καὶ οἱ προφῆται ἠσέβουν εἰς ἐμέ. Καὶ πάλιν· Ἵνα τί λαλεῖτε πρός με; Πάντες ὑμεῖς ἠνομήσατε, καὶ πάντες ὑμεῖς ἠσεβήσατε εἰς ἐμὲ, λέγει Κύριος παντοκράτωρ. Ἐμίαναν τοίνυν οἱ ἄρχοντες, φησὶ, τὰ ἅγιά μου. Τετολμήκασι γὰρ οὐκ ἐν μόνῃ τῇ Ἱερουσαλὴμ τὰς τῶν δαιμονίων ἐγεῖραι στήλας, ἀλλὰ γὰρ καὶ ἐν αὐτῷ τῷ θείῳ ναῷ τοῦτο πεπραχότες ἀνοσίως ἁλοῖεν ἄν. Ἔφη γοῦν ὁ τῶν ὅλων Θεὸς περὶ τῆς Ἰουδαίων συναγωγῆς· Τί ἡ ἠγαπημένη ἐν τῷ οἴκῳ μου ἐποίησε βδέλυγμα; βδέλυγμα λέγων τὸ εἰς τύπον Θεοῦ τετεχνουργημένον ἄγαλμα καὶ εἰκόνα.
Μετάφραση
Τους κατηγορεί, λοιπόν, και λέει: Οι ιερείς δεν είπαν, Πού είναι ο Κύριος; Και εκείνοι που κρατούσαν τον νόμο δεν με γνώρισαν, και οι προφήτες ασεβούσαν απέναντί μου. Και πάλι: Γιατί μου μιλάτε; Όλοι εσείς παρανομήσατε, και όλοι εσείς ασεβήσατε απέναντί μου, λέει ο Κύριος ο Παντοκράτωρ. Μόλυναν, λοιπόν, οι άρχοντες, λέει, τα άγιά μου. Διότι τόλμησαν όχι μόνο στην Ιερουσαλήμ να ανεγείρουν τις στήλες των δαιμονίων, αλλά αποδεικνύεται ότι έπραξαν ανόσια αυτό το έργο και μέσα στον ίδιο τον θείο ναό. Είπε, λοιπόν, ο Θεός των όλων για τη συναγωγή των Ιουδαίων: Τι βδέλυγμα έκανε η αγαπημένη μέσα στον οίκο μου; Ονομάζοντας βδέλυγμα το άγαλμα και την εικόνα που φιλοτεχνήθηκε σε μορφή Θεού.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες