Καὶ ἐματαιώθησαν. Τουτέστιν· Οὐδὲν εὗρον, καὶ οὐδὲ οὕτως ἀνέστησαν, οὐδὲ μετενόησαν. Πολὺ μῖσος τὸν εὐεργετοῦντα ἀποστρέφεσθαι, καὶ τοὺς βλάπτοντας αἱρεῖσθαι. Καὶ οὐκ εἶπαν· Ποῦ ἐστι Κύριος; Οὐ μόνον οὐχ εὑρόντες εἶπον, καίτοι γε ὑπὸ τῆς τῶν πραγμάτων ἀνάγκης ὠθούμενοι· τὰ γὰρ ἀγαθὰ παρόντα μὲν καταφρονεῖσθαι εἴωθεν· ὅταν δὲ ἀποστῇ, τότε μάλιστα ἐπιζητεῖται. Ἐνταῦθα δὲ οὐχ οὕτως, καίτοι γε ἔχοντες ἱκανὰ μνημόσυνα τῆς εὐεργεσίας αὐτοῦ.
Μετάφραση
«Και ματαιώθηκαν». Δηλαδή: Δεν βρήκαν τίποτα, και ούτε έτσι ανορθώθηκαν, ούτε μετανόησαν. Αποτελεί δείγμα μεγάλου μίσους το να αποστρέφεται κανείς αυτόν που τον ευεργετεί και να προτιμά αυτούς που τον βλάπτουν. «Και δεν είπαν: Πού είναι ο Κύριος;» Όχι μόνο δεν το είπαν όταν δεν βρήκαν τίποτα, καίτοι ωθούνταν από την ίδια την ανάγκη των πραγμάτων· διότι τα αγαθά, όταν μεν είναι παρόντα, συνηθίζεται να καταφρονούνται, όταν όμως απομακρυνθούν, τότε ιδιαιτέρως αναζητούνται. Εδώ όμως δεν συνέβη έτσι, αν και είχαν επαρκείς υπομνήσεις της ευεργεσίας Του.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες