Ὡς πῦρ καιόμενον φλογιζόμενον, καὶ συνεχόμενον ἐν τοῖς ὀστέοις μου, καὶ πάρειμι πανταχόθεν, καὶ οὐ δύναμαι φέρειν, ὅτι ἤκουσα ψόγον πολλῶν συναθροιζομένων ἐπ᾽ ἐμὲ, καὶ τὰ ἑξῆς. Τό· Ὅτι ἤκουσα ψόγον πολλῶν συναθροιζομένων ἐπ᾽ ἐμὲ, καὶ τὰ ἑξῆς, ἀποδίδοται τῷ· Καὶ εἶπον· Οὐ μὴ ὀνομάσω τὸ ὄνομα Κυρίου καὶ οὐ μὴ ὀνομάσω ἐπὶ τῷ ὀνόματι αὐτοῦ. Τὴν γὰρ αἰτίαν τῆς σιωπῆς τέθεικε. Τὸ δὲ, Ἐγένετο ἡ καρδία μου, ὡς πῦρ καιόμενον, καὶ τὰ ἑξῆς, ἐν μέσῳ κεῖται· ἡ δὲ ἔννοιά ἐστιν αὕτη, ὅτι Ἐγὼ μὲν μόνον ἐβουλευσάμην σιωπῆσαι, εὐθὺς δὲ ὡς πῦρ μου διέδραμε τὴν διάνοιαν, καὶ ὡς παρειμένος γέγονα, τουτέστιν, ὥσπερ ἡμίξηρος, ἀφωνίαν καταδικασθεὶς τρόπον τινὰ, καὶ κινεῖν τὰ μέλη οὐ δυνάμενος. Ἡ δὲ τῆς σιωπῆς αἰτία μοι γέγονεν οὐκ ἀπὸ τοῦ Θεοῦ καταφρονεῖν, ἀλλ᾽ ἀπὸ τοῦ πολλὴν τὴν πονηρίαν τῶν ὁμοφύλων ὁρᾷν. *Ἐπισύστητε, ἐπισυστῶμεν αὐτῷ πάντες ἄνδρες φίλοι αὐτοῦ.
Μετάφραση
«Σαν φωτιά που καίει και φλογίζει, και είναι κλεισμένη μέσα στα οστά μου, και έχω παραλύσει από παντού, και δεν μπορώ να το αντέξω, διότι άκουσα την κατακραυγή πολλών που συγκεντρώνονται εναντίον μου, και τα εξής». Το «Διότι άκουσα την κατακραυγή πολλών που συγκεντρώνονται εναντίον μου, και τα εξής», συνδέεται με το: «Και είπα: Δεν θα αναφέρω το όνομα του Κυρίου και δεν θα μιλήσω πλέον στο όνομά Του». Διότι αυτό έθεσε ως αιτία της σιωπής. Το δε χωρίο «Έγινε η καρδιά μου σαν φωτιά που καίει, και τα εξής», παρεμβάλλεται. Η δε έννοια είναι η εξής, ότι: «Εγώ μεν μόλις σκέφτηκα να σιωπήσω, αμέσως σαν φωτιά διέτρεξε τη διάνοιά μου, και έγινα σαν παραλυμένος, δηλαδή σαν ημίξηρος, καταδικασμένος κατά κάποιον τρόπο σε αφωνία και μη δυνάμενος να κινήσω τα μέλη μου. Η δε αιτία της σιωπής μου δεν προήλθε από το ότι περιφρονούσα τον Θεό, αλλά από το ότι έβλεπα τη μεγάλη πονηρία των ομοεθνών μου». *«Συνωμοτήστε, ας συνωμοτήσουμε εναντίον του όλοι οι άνδρες, οι φίλοι του».
Περισσότερα
Λεπτομέρειες