Ἐπερώτησον. Τεταπεινωμένοι γὰρ ἦσαν ἐν ταῖς συμφοραῖς, καὶ πρὸς τὸν Θεὸν κατέφευγον τότε μόνον. Καὶ οὐδὲ τότε ὡς ἐχρῆν. Τίνος γὰρ ἕνεκεν ἐρωτᾷς, ὡς εἰδὼς, [ὁ εἰδὼς] ὅτι πάντως ἀληθῆ τὰ λεγόμενα; πῶς οὖν οὐ πείθῃ; ἀλλ᾽ ἂν μὲν κατὰ γνώμην ἀκούσῃς, ἐπαινεῖς τὸ λεχθέν; ἂν δὲ τὸ ἀληθὲς μάθῃς, δυσχεραίνεις καὶ ἀγανακτεῖς; Ποῦ τοίνυν οἱ ψευδοπροφῆται οἱ λέγοντες, Οὐκ ἔστι πόλεμος, οὐκ ἔστι μάχη, οὐδὲ λιμὸς, οὐδὲ μάχαιρα; Καὶ μετ᾽ ὀλίγα· Ἐπερώτησον περὶ ἡμῶν τὸν Κύριον· [ὑπὸ] πολλῆς ἀνοίας μηδεμίαν ἐπιδειξάμενοι μεταβολὴν, μεταβολὴν δεινῶν προσεδόκησαν. Πόθεν; Ναὶ, φησί· Κατὰ πάντα τὰ θαυμάσια αὐτοῦ. Προσεδόκησαν τὸ Θεῖον δόξης ἐφίεσθαι· νῦν μιμνήσκῃ τῶν θαυμασίων; νῦν οἶδας, ὅτι πάντα δύναται ὁ Θεὸς ὑπὸ τῆς θλίψεως πιεσθεὶς φιλοσοφεῖς; Τούτων οὐχὶ νῦν τῶν ῥημάτων καιρὸς ἦν, ἀλλ᾽ ὅτε αὐτῶν κατεφρόνεις· ὅτε παρῴνεις εἰς τοὺς ὅρκους τοὺς κατ᾽ αὐτοῦ. Ὅρα πόση φρίκη τῶν ὅρκων· ὤμοσεν ὑπακούειν· οὐχ ὑπήκουσε, καὶ ἁλίσκεται. Τοίνυν οὐχ ἵνα ὁ Βάρβαρος ἐκδικηθῇ, ἀλλ᾽ ἵνα ὁ Θεὸς μὴ ὑβρίζηται· ἵνα μηδεὶς ἕτερος παρανομῇ. Καὶ μετ᾽ ὀλίγα· Ἐγὼ τὸν Ναβουχοδονόσορ οὐχ οὕτως ἡγοῦμαι τοῖς ὅπλοις θαῤῥεῖν, ὡς τῇ εὐνοίᾳ τῇ παρὰ Θεοῦ. Τοῦτο γοῦν ὁ εὐνοῦχος αὐτοῦ ὀνειδίζει. Διδάσκαλος ὁ Ναβουχοδονόσορ τοῖς Ἰουδαίοις παραγίνεται τοῦ μηδέποτε ἐπιορκεῖν.
Μετάφραση
Επερώτησε. Διότι είχαν ταπεινωθεί μέσα στις συμφορές, και κατέφευγαν στον Θεό μόνο τότε. Και ούτε καν τότε όπως έπρεπε. Για ποιον λόγο, λοιπόν, ρωτάς, εφόσον γνωρίζεις ότι τα όσα λέγονται είναι απολύτως αληθινά; Πώς, επομένως, δεν πείθεσαι; Αλλά αν μεν ακούσεις κάτι που συμφωνεί με τη γνώμη σου, επαινείς τα λεγόμενα; Ενώ αν μάθεις την αλήθεια, δυσαρεστείσαι και αγανακτείς; Πού βρίσκονται λοιπόν οι ψευδοπροφήτες που λένε: Δεν υπάρχει πόλεμος, δεν υπάρχει μάχη, ούτε πείνα, ούτε μάχαιρα; Και λίγο μετά: Επερώτησε τον Κύριο για εμάς. Από την πολλή τους ανοησία, χωρίς να επιδείξουν καμία μεταβολή, προσδοκούσαν μεταβολή των δεινών. Από πού; Ναι, λέει: Σύμφωνα με όλα τα θαυμάσιά Του. Περίμεναν ότι το Θείο επιθυμεί τη δόξα· τώρα θυμάσαι τα θαυμάσια; Τώρα γνωρίζεις ότι ο Θεός μπορεί τα πάντα; Πιεζόμενος από τη θλίψη φιλοσοφείς; Δεν ήταν τώρα ο καιρός γι' αυτά τα λόγια, αλλά τότε που τα περιφρονούσες· τότε που συμπεριφερόσουν με αυθάδεια απέναντι στους όρκους που δόθηκαν στο όνομά Του. Δες πόση φρίκη προκαλούν οι όρκοι: ορκίστηκε να υπακούσει· δεν υπάκουσε και αιχμαλωτίζεται. Επομένως, όχι για να εκδικηθεί ο Βάρβαρος, αλλά για να μην υβρίζεται ο Θεός· ώστε κανένας άλλος να μην παρανομήσει. Και λίγο μετά: Εγώ θεωρώ ότι ο Ναβουχοδονόσορ δεν αντλεί το θάρρος του τόσο στα όπλα, όσο στην εύνοια του Θεού. Αυτό εξάλλου τους χλευάζει και ο ευνούχος του. Ο Ναβουχοδονόσορ γίνεται δάσκαλος για τους Ιουδαίους στο να μην επιορκούν ποτέ.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες