Οὐκοῦν οὐ τὰ παρὰ Ἀθανασίου, ἀλλὰ τὰ παρ᾽ αὐτῶν γινόμενα θρήνου καὶ οἰμωγῆς ἄξια· οὐκοῦν αὐτοὺς μᾶλλον ἄν τις δικαίως θρηνήσειεν· ἐπὶ τούτοις γὰρ ὀδύρεσθαι χρή, ἐπεὶ καὶ γέγραπται «μὴ κλαίετε τὸν τεθνηκότα, μήτε θρηνεῖτε αὐτόν, κλαύσατε κλαυθμῷ τὸν ἐκπορευόμενον, ὅτι οὐκ ἐπιστρέψει ἔτι». πᾶσα γὰρ αὐτῶν ἡ ἐπιστολὴ οὐδὲν ἄλλο ἢ πρὸς θάνατον ὁρᾷ, καὶ φονεύειν ἐπιχειροῦσιν, ἐὰν συγχωρῶνται, καὶ ποιεῖν ἐξορίστους. συνεχωρήθησαν γὰρ τοῦ θεοφιλεστάτου πατρὸς τῶν βασιλέων ἀντὶ θανάτου τῇ μεταθέσει τοῦ τόπου τὸν θυμὸν αὐτῶν ἐκπλήσαντος. ταῦτα οὖν ὅτι μηδὲ ψιλῶν Χριστιανῶν ἔργα, σπανίως δὲ καὶ ἐθνικῶν, μήτι γε ἐπισκόπων δοκούντων καὶ τοὺς ἄλλους τὰ δίκαια διδάσκειν, συνορᾶν ὑμῶν τὴν ἐν Χριστῷ συνείδησιν ἡγούμεθα. πῶς γὰρ οἱ τοὺς ἄλλους κωλύοντες κατηγορεῖν αὐτοὶ κατήγοροι καὶ μέχρι βασιλέων γίνονται; πῶς οἱ συμφορὰς ἐλεεῖν διδάσκοντες οὐδὲ μετὰ τὴν ἐξοριστίαν ἡμῶν ἡσυχάζουσι; κοινὸς γὰρ γέγονεν ἡμῶν τῶν ἐπισκόπων ὁμολογουμένως ἐξορισμός, καὶ πάντες ἑαυτοὺς ἐξορίστους εἴχομεν καὶ νῦν ὡς σὺν Ἀθανασίῳ ταῖς πατρίσιν ἀποδοθέντας πάλιν ἀντὶ τῶν προτέρων ὀδυρμῶν ἐπ᾽ αὐτῷ καὶ θρήνων μεγίστην εὐθυμίαν ἀπολαβόντας καὶ χάριν, ἣν ὁ κύριος διαφυλάξειε καὶ ἀνατρέψαι τοῖς περὶ Εὐσέβιον μὴ ἐπιτρέψῃ.
Μετάφραση
Επομένως, δεν είναι τα όσα πράττει ο Αθανάσιος, αλλά τα όσα γίνονται από εκείνους που είναι άξια θρήνου και οδυρμού. Επομένως, αυτούς μάλλον θα θρηνούσε κανείς δικαίως. Διότι γι' αυτούς πρέπει να οδύρεται κανείς, επειδή είναι και γραμμένο: «μην κλαίτε τον νεκρό, ούτε να τον θρηνείτε, αλλά κλάψτε με γοερό κλάμα εκείνον που αναχωρεί, διότι δεν θα επιστρέψει πια». Διότι ολόκληρη η επιστολή τους δεν αποβλέπει πουθενά αλλού παρά στον θάνατο, και επιχειρούν να φονεύσουν, αν τους επιτραπεί, και να στείλουν στην εξορία. Διότι τους δόθηκε η συγκατάθεση από τον θεοφιλέστατο πατέρα των βασιλέων, ο οποίος, αντί για θάνατο, ικανοποίησε τον θυμό τους με την αλλαγή του τόπου. Ότι αυτά, λοιπόν, δεν αποτελούν έργα ούτε καν απλών Χριστιανών, και σπανίως ακόμη και των εθνικών, πόσο μάλλον επισκόπων που θεωρείται ότι διδάσκουν και στους άλλους τα δίκαια, πιστεύουμε ότι το αντιλαμβάνεται πλήρως η εν Χριστώ συνείδησή σας. Διότι πώς αυτοί που εμποδίζουν τους άλλους να κατηγορούν γίνονται οι ίδιοι κατήγοροι, φτάνοντας μέχρι και στους βασιλείς; Πώς αυτοί που διδάσκουν τη συμπόνια για τις συμφορές δεν ησυχάζουν ούτε και μετά την εξορία μας; Διότι ομολογουμένως η εξορία έγινε κοινή για εμάς τους επισκόπους, και όλοι θεωρούσαμε τους εαυτούς μας εξόριστους, και τώρα που, μαζί με τον Αθανάσιο, αποδοθήκαμε ξανά στις πατρίδες μας, αντί για τους προηγούμενους οδυρμούς και θρήνους για αυτόν, ανακτήσαμε τη μέγιστη ευθυμία και χάρη, την οποία είθε ο Κύριος να διαφυλάξει και να μην επιτρέψει στους περί τον Ευσέβιο να την ανατρέψουν.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες