ΞΗʹ. Λέγει μὲν αὐτῷ διελεγχόμενος πρὸς τοὺς ἱερεῖς ὁ Θεός· Οἱ ἱερεῖς οὐκ εἶπαν, ποῦ ἐστι Κύριος; καὶ οἱ ἀντεχόμενοι τοῦ νόμου μου οὐκ ἠπίσταντό με, καὶ οἱ ποιμένες ἠσέβουν εἰς ἐμέ. Λέγει δὲ αὐτὸς πάλιν· Ποιμένες ἠφρονεύσαντο, καὶ τὸν Κύριον οὐκ ἐξεζήτησαν, καὶ διὰ τοῦτο οὐκ ἐνόησε πᾶσα ἡ νομὴ, καὶ διεσκορπίσθησαν. Ποιμένες τε, φησὶ, πολλοὶ διέφθειραν τὸν ἀμπελῶνά μου· ἐμόλυναν τὴν μερίδα μου τὴν οὖσαν ἐπιθυμητὴν, δεδόσθαι εἰς τὴν ἔρημον ἄβατον. Εἶτα πρὸς αὐτοὺς πάλιν ἀποτείνεται τοὺς ποιμένας· Ὦ, οἱ ποιμένες οἱ ἀπολλύντες καὶ διασκορπίζοντες τὰ πρόβατα τῆς νομῆς μου· διὰ τοῦτο τάδε λέγει Κύριος ἐπὶ τοὺς ποιμαίνοντας τὸν λαόν μου· Ὑμεῖς διεσκορπίσατε τὰ πρόβατά μου, καὶ ἐξεώσατε αὐτὰ, καὶ οὐκ ἐπεσκέψασθε αὐτά· ἰδοὺ ἐγὼ ἐκδικῶ ἐφ᾽ ὑμᾶς, κατὰ τὰ πονηρὰ ἐπιτηδεύματα ὑμῶν. Ἀλαλάζειν τε βούλεται τοὺς ποιμένας, καὶ κόπτεσθαι τοὺς κριοὺς τῶν προβάτων, διότι ἐπληρώθησαν αἱ ἡμέραι αὐτῶν εἰς σφαγήν.
Μετάφραση
ΞΗʹ. Λέει, λοιπόν, σε αυτόν ο Θεός, ελέγχοντας τους ιερείς: Οι ιερείς δεν είπαν· Πού είναι ο Κύριος; Και εκείνοι που τηρούσαν τον νόμο μου δεν με γνώρισαν, και οι ποιμένες ασεβούσαν εναντίον μου. Και λέει πάλι ο ίδιος: Οι ποιμένες συμπεριφέρθηκαν άφρονα και δεν αναζήτησαν τον Κύριο, και εξαιτίας αυτού ολόκληρο το ποίμνιο δεν επέδειξε σύνεση και σκορπίστηκαν. Και πολλοί ποιμένες, λέει, κατέστρεψαν τον αμπελώνα μου· μόλυναν την επιθυμητή μου μερίδα, ώστε να μεταβληθεί σε άβατη έρημο. Έπειτα απευθύνεται ξανά προς αυτούς τους ποιμένες: Ω, εσείς οι ποιμένες που καταστρέφετε και διασκορπίζετε τα πρόβατα της νομής μου· γι' αυτό, αυτά λέει ο Κύριος εναντίον εκείνων που ποιμαίνουν τον λαό μου: Εσείς διασκορπίσατε τα πρόβατά μου, τα εκδιώξατε και δεν τα φροντίσατε· ιδού, εγώ θα σας τιμωρήσω, ανάλογα με τα πονηρά σας έργα. Θέλει επίσης να θρηνούν γοερά οι ποιμένες και να κόπτονται οι κριοί των προβάτων, επειδή συμπληρώθηκαν οι ημέρες τους για σφαγή.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες