ὅτι δὲ τοῖς Ἰουδαίοις κατειθισμένον εὑρήσομεν τὸ προφητεύειν ψευδῆ, τοῖς τῶν προφητῶν περιτυγχάνοντες λόγοις ἀκονιτὶ θεωρήσομεν. σαφέστατα γάρ που φησὶν ὁ πάντων Δεσπότης περὶ αὐτῶν “Οὐκ ἀπέ- ”στελλον τοὺς προφήτας, καὶ αὐτοὶ ἔτρεχον· οὐκ ἐλάλησα “πρὸς αὐτοὺς, καὶ αὐτοὶ ἐπροφήτευον.” καὶ πάλιν ἐν Ἱερεμίᾳ “Ψευδῆ οἱ προφῆται προφητεύουσιν ἐπὶ τῷ ὀνόματί μου, ”οὐκ ἀπέστειλα αὐτοὺς καὶ οὐκ ἐλάλησα πρὸς αὐτοὺς καὶ “οὐκ ἐνετειλάμην αὐτοῖς· ὅτι ὁράσεις καὶ οἰωνίσματα καὶ ”προφητείας καρδίας αὐτῶν αὐτοὶ προφητεύουσιν ὑμῖν.” ἐλέγχεται τοιγαροῦν ἐπὶ τούτῳ ὁ ἀλαζὼν Ἰουδαῖος, ὡς καὶ αὐτῷ περιθεὶς τῷ Χριστῷ τὸ προσὸν ἑαυτῷ καὶ κατὰ Θεοῦ θράσος, τουτέστι, τὴν ψευδοπροφητείαν. τὸ δὲ ὅλως ἀπιστεῖν τῷ θεόθεν καὶ ἐκ Πατρὸς ἀπεστάλθαι βοῶντι, τί ἂν ἕτερον εἴη λοιπὸν ἢ διαῤῥήδην ἀνακραγεῖν, ὅτι ψευδοπροφητεύεις τὰ ἡμῶν εἰς ἡμᾶς μιμούμενος; <Ὃν ὑμεῖς οὐκ οἴδατε, ἐγὼ δὲ οἶδα αὐτὸν, ὅτι παρ᾽ αὐτοῦ εἰμι, κἀκεῖνός με ἀπέστειλεν.> Ἐλέγετε, φησὶν, ἀρτίως Ὁ Χριστὸς ὅταν ἔλθῃ, οὐδεὶς οἶδε πόθεν ἐστίν. ἀλλ᾽ ἐπείπερ ὑμῖν τοῦτο δόξαν ἔχειν ὀρθῶς, ὡς ἀληθὲς κρατύνετε, συναινῶ τοῖς παρ᾽ ὑμῶν περὶ τούτου λόγοις. ἀληθινὸς μὲν γὰρ ἐξ οὗπέρ εἰμι Πατὴρ, ἀλλ᾽ οὐχ ὑμῖν ἐγνωσμένος.
Μετάφραση
Ότι δε θα βρούμε πως στους Ιουδαίους ήταν συνηθισμένο να προφητεύουν ψευδώς, θα το διαπιστώσουμε αβίαστα μελετώντας τους λόγους των προφητών. Διότι σαφέστατα λέει κάπου ο Δεσπότης των πάντων για αυτούς: «Δεν απέστελλα τους προφήτες, και αυτοί έτρεχαν· δεν τους μίλησα, και αυτοί προφήτευαν». Και πάλι στον Ιερεμία: «Οι προφήτες προφητεύουν ψευδώς στο όνομά μου, δεν τους απέστειλα ούτε τους μίλησα ούτε τους έδωσα εντολή· διότι σας προφητεύουν οράσεις και οιωνούς και προφητείες της δικής τους καρδιάς». Ελέγχεται λοιπόν για αυτό ο αλαζόνας Ιουδαίος, επειδή απέδωσε και στον ίδιο τον Χριστό το θράσος που έχει ο ίδιος απέναντι στον Θεό, δηλαδή την ψευδοπροφητεία. Και το να μην πιστεύουν καθόλου σε αυτόν που διακηρύττει ότι έχει αποσταλεί από τον Θεό και από τον Πατέρα, τι άλλο θα μπορούσε να είναι παρά το να του κραυγάζουν ξεκάθαρα: «ψευδοπροφητεύεις, μιμούμενος σε εμάς τα δικά μας έργα»; <Τον οποίο εσείς δεν γνωρίζετε, εγώ όμως τον γνωρίζω, διότι προέρχομαι από αυτόν, και εκείνος με απέστειλε.> Λέγατε, λέει, προηγουμένως: «Ο Χριστός, όταν έρθει, κανείς δεν γνωρίζει από πού είναι». Αλλά εφόσον νομίζετε ότι αυτό είναι ορθό, και το υποστηρίζετε ως αληθές, συμφωνώ με τους λόγους σας περί αυτού. Διότι ο Πατέρας από τον οποίο προέρχομαι είναι μεν αληθινός, αλλά σε εσάς είναι άγνωστος.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες