Πρὸς οὖν πάσας ταύτας τὰς εὐεργεσίας ἀπορῶν ὁ προφήτης βοᾷ λέγων· 〈Τί ἀνταποδώσω τῷ κυρίῳ περὶ πάντων ὧν ἀνταπέδωκέ μοι;〉 Ἀλλ᾽ ἔτι βαθύτερον καὶ πνευματικώτερον ἐννοήσας ὁ προφήτης Δαυὶδ καὶ θεωρήσας τὰς ἐν Χριστῷ μελλούσας εὐεργεσίας τῷ ἀνθρώπῳ δίδοσθαι ὡς ἤδη παρούσας αὐτὰς κηρύττων λέγει· 〈Τί ἀνταποδώσω τῷ κυρίῳ περὶ πάντων ὧν ἀνταπέδωκέ μοι;〉 Χοῦν γὰρ λαβὼν ἀπὸ τῆς γῆς ἔπλασέ τε καὶ ἐξ οὐκ ὄντων εἰς τὸ εἶναι παρήγαγεν, εἰκόνι με ἰδίᾳ τετίμηκε, δόξαν μοι ἀγγελικὴν περιέθηκε καὶ διὰ τῆς παραβάσεως τῷ θανάτῳ παραλυθέντα με ἐλθὼν πάλιν ἀνεκαλέσατο· 〈τί ἀνταποδώσω τῷ κυρίῳ περὶ πάντων ὧν ἀνταπέδωκέ μοι·〉 Τὸν κατ᾽ ἐμοῦ δράκοντα ὄφιν ἐθανάτωσε, πύλας χαλκᾶς τοῦ θανάτου ἐν τῷ ᾅδῃ αὐτὸς γενόμενος συνέκλασε καὶ μοχλοὺς σιδηροῦς συνέτριψε· 〈τί ἀνταποδώσω τῷ κυρίῳ περὶ πάντων ὧν ἀνταπέδωκέ μοι;〉 Ἐκ τρυφῆς παραδείσου ἐκβληθέντα με εἰςήνεγκε πάλιν οὐ τῇ ἐμῇ δικαιοσύνῃ, ἀλλὰ τῇ αὐτοῦ χάριτι, οὐρανοῦ μοι πύλας ἤνοιξε, βασιλείαν οὐρανῶν ἐπηγγείλατο, κλίμακά μοι ἀπὸ γῆς εἰς οὐρανὸν τὴν πίστιν ἀνέτειλε· 〈τί ἀνταποδώσω τῷ κυρίῳ περὶ πάντων ὧν ἀνταπέδωκέ μοι;〉 Ἀλλ᾽ ἔτι πλείονα τούτων μοι ἐχαρίσατο· δι᾽ ἐμὲ γὰρ ὑπέμεινεν ἐμπτύσματα καὶ ῥαπίσματα, δι᾽ ἐμὲ ἀκάνθινον στέφανον ἐπὶ τῆς κεφαλῆς αὐτοῦ ἐφόρεσεν, ὄξος σὺν χολῇ μεμιγμένον ἔπιε, δι᾽ ἐμὲ πολλὰ πέπονθεν, ἵνα καὶ τὴν ἡτοιμασμένην τοῦ θανάτου πικρίαν καὶ κακίαν ἐκκενώσῃ· 〈τί ἀνταποδώσω τῷ κυρίῳ περὶ πάντων ὧν ἀνταπέδωκέ μοι;〉 Πολλὰ ζητήσας ὁ προφήτης καὶ ἐμπεριελθὼν τῇ διανοίᾳ καὶ μηδὲν ἄξιον θεοῦ εὑράμενος ἀνταπόδομα τέλειον, ἓν ἰδὼν τῷ πράγματι τοῦ μαρτυρίου ἐπιφέρει λέγων· 〈Ποτήριον σωτηρίου λήψομαι καὶ τὸ ὄνομα κυρίου ἐπικαλέσομαι.〉 Τοῦτο δὲ τὸ ποτήριον μηνύει τὸ πάθος τοῦ Χριστοῦ. 〈Πάτερ,〉 γάρ, 〈εἰ δυνατὸν παρελθεῖν τὸ ποτήριον τοῦτο, παρελθέτω.〉 Ἔχομεν πολλὰ ποτήρια ἐν τῇ γραφῇ γεγραμμένα· 〈ποτήριον,〉 φησί, 〈χρυσοῦν Βαβυλῶνος· ἐπίοσαν ἔθνη καὶ ἐμεθύσθησαν.〉 Ἔχει καὶ ἡ Βαβυλὼν ποτήριον χρυσοῦν, ἀλλ᾽ οὐκ ἔχει καλὸν ποτὸν ἐν αὐτῷ· χρυσοῦν γὰρ ποτήριον τῆς Βαβυλῶνος ἦν, νόει μοι τὸν περικαλλέστατον λόγον τῶν οἰήσει σοφῶν Ἑλλήνων ἔχοντα ἔνδοθεν κρᾶμα θανάσιμον τὸ τῆς εἰδωλολατρείας δίδαγμα.
Μετάφραση
Μπροστά λοιπόν σε όλες αυτές τις ευεργεσίες, ευρισκόμενος σε αμηχανία, ο προφήτης αναφωνεί λέγοντας: «Τι θα ανταποδώσω στον Κύριο για όλα όσα Εκείνος μου ανταπέδωσε;». Αλλά, στοχαζόμενος ακόμη πιο βαθιά και πνευματικά ο προφήτης Δαβίδ, και βλέποντας τις μελλοντικές ευεργεσίες που επρόκειτο να δοθούν στον άνθρωπο διά του Χριστού, κηρύττοντάς τες σαν να ήταν ήδη παρούσες, λέει: «Τι θα ανταποδώσω στον Κύριο για όλα όσα Εκείνος μου ανταπέδωσε;». Διότι, αφού πήρε χώμα από τη γη με έπλασε, και με έφερε από την ανυπαρξία στην ύπαρξη, με τίμησε με τη δική Του εικόνα, με περιέβαλε με αγγελική δόξα, και, όταν εξαιτίας της παραβάσεως είχα παραλύσει από τον θάνατο, ήρθε και με ανακάλεσε και πάλι στη ζωή· «τι θα ανταποδώσω στον Κύριο για όλα όσα Εκείνος μου ανταπέδωσε;». Θανάτωσε το φίδι, τον δράκοντα που στρεφόταν εναντίον μου, ο Ίδιος κατεβαίνοντας στον άδη συνέθλασε τις χάλκινες πύλες του θανάτου και συνέτριψε τους σιδερένιους μοχλούς του· «τι θα ανταποδώσω στον Κύριο για όλα όσα Εκείνος μου ανταπέδωσε;». Ενώ είχα εκδιωχθεί από την τρυφή του παραδείσου, με επανέφερε σε αυτόν, όχι εξαιτίας της δικής μου δικαιοσύνης, αλλά με τη δική Του χάρη· μου άνοιξε τις πύλες του ουρανού, μου υποσχέθηκε τη βασιλεία των ουρανών, μου ανέδειξε την πίστη ως κλίμακα από τη γη προς τον ουρανό· «τι θα ανταποδώσω στον Κύριο για όλα όσα Εκείνος μου ανταπέδωσε;». Αλλά μου χάρισε ακόμη περισσότερα από αυτά· διότι για χάρη μου υπέμεινε εμπτυσμούς και ραπίσματα, για χάρη μου φόρεσε ακάνθινο στέφανο στο κεφάλι Του, ήπιε όξος αναμειγμένο με χολή, για χάρη μου έπαθε πολλά, ώστε να εξαλείψει την προετοιμασμένη πικρία και κακία του θανάτου· «τι θα ανταποδώσω στον Κύριο για όλα όσα Εκείνος μου ανταπέδωσε;». Αφού λοιπόν ο προφήτης αναζήτησε πολλά, και ερεύνησε με τη διάνοιά του, και μη βρίσκοντας κανένα τέλειο ανταπόδομα που να είναι αντάξιο του Θεού, βλέποντας μόνο ένα, την πράξη του μαρτυρίου, προσθέτει λέγοντας: «Θα λάβω το ποτήριο της σωτηρίας και θα επικαλεστώ το όνομα του Κυρίου». Αυτό δε το ποτήριο υποδηλώνει το πάθος του Χριστού. Διότι, όπως λέει, «Πατέρα, εάν είναι δυνατόν να παρέλθει αυτό το ποτήριο, ας παρέλθει». Έχουμε πολλά ποτήρια καταγεγραμμένα στην Αγία Γραφή: «το χρυσό ποτήριο της Βαβυλώνας», λέει, «από το οποίο ήπιαν τα έθνη και μέθυσαν». Έχει και η Βαβυλώνα χρυσό ποτήριο, αλλά δεν περιέχει καλό ποτό μέσα σε αυτό· διότι, ως χρυσό ποτήριο της Βαβυλώνας, να εννοείς τον περικαλλέστατο λόγο των κατά φαντασίαν σοφών Ελλήνων, ο οποίος κρύβει στο εσωτερικό του ένα θανατηφόρο μείγμα, τη διδασκαλία της ειδωλολατρίας.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες