πῶς γὰρ οὐκ ἔμελλεν “ὁ πάντα γινώσκων πρὶν γενέσεως αὐτῶν,” οὕτω διατεθήσεσθαι, ὡς ἀγάπης μὲν ἤδη τῆς θείας ἀξιοῦν τὴν ἐξ ἐθνῶν Ἐκκλησίαν, καλουμένην οὕτως εὐπετῶς ἐπὶ τῷ πιστεύειν αὐτῷ, ἀποσείεσθαι δὲ λοιπὸν καὶ καταμυσάττεσθαι δικαίως ὡς ἀγνώμονα τὴν Ἱερουσαλήμ· ὅς γε καὶ πρὸ αὐτῶν τῆς ἐπιδημίας τῶν χρόνων, ἐπιθυμῆσαι μὲν λέγεται τοῦ κάλλους αὐτῆς, κατὰ τὴν τοῦ ψάλλοντος ἀναφώνησιν, πόρνην δὲ καὶ μοιχαλίδα, καὶ τί γὰρ οὐχὶ τῶν τοιούτων, τὴν σκληροτράχηλον Ἱερουσαλὴμ ἀπεκάλει; σαφέστατα γοῦν διὰ μὲν τοῦ προφήτου φησὶν Ἱεζεκιὴλ πρὸς αὐτήν “Διὰ τοῦτο πόρνη ”ἄκουε λόγον Κυρίου·” διὰ δὲ τῆς Ἱερεμίου φωνῆς ὡς μοιχαλίδα καταιτιᾶται βοῶν ὅτι “Καθὼς ἀθετεῖ γυνὴ εἰς ”τὸν συνόντα αὐτῇ, οὕτως ἠθέτησεν εἰς ἐμὲ οἶκος Ἰσραὴλ, “λέγει Κύριος.” ὡς οὖν ἤδη κατὰ πρόγνωσιν τὴν ἐκ προμηθείας θεοπρεποῦς, τῆς μὲν ἐξ ἐθνῶν Ἐκκλησίας περιαθρήσας τὸ κάλλος, τῆς δὲ τῶν Ἰουδαίων συναγωγῆς τὴν ἐν φαυλότητι τρόπων αἰσχρότητα, τὴν μὲν ἤδη προαγαπᾷ καὶ προεισοικίζεται, καθάπερ τινὰ νύμφην ἐπὶ παστῷ, ἐπὶ δὲ τῇ ἑτέρᾳ προαπεχθάνεται, τὸ τελείως ἑκατέρᾳ χρεωστούμενον καιρῷ τηρήσας τῷ δέοντι. οὔτε γὰρ πρόωρον τοῖς ἐξ Ἰσραὴλ ὁλοκλήρως ἐπάγει τὴν κόλασιν, οὔτε μὴν ὁλοσχερῶς ἑαυτὸν τῇ Γαλιλαίᾳ χαρίζεται πρὸ τοῦ σωτηρίου σταυροῦ· τότε γὰρ ἦν τοῦτο δρῶντα δικαίως ἐπ᾽ εὐλόγοις αἰτίαις τῆς πρὸς ἐκείνους ἀγάπης ἀποφοιτᾶν.
Μετάφραση
Πώς λοιπόν δεν επρόκειτο Εκείνος που «γνωρίζει τα πάντα πριν από τη γένεσή τους», να διατεθεί κατ' αυτόν τον τρόπο, ώστε αφενός να αξιώνει ήδη της θείας αγάπης την Εκκλησία των εθνών, η οποία προσκαλείται τόσο πρόθυμα να πιστέψει σε Αυτόν, αφετέρου δε να απορρίπτει εφεξής και να αποστρέφεται δικαίως ως αγνώμονα την Ιερουσαλήμ; Αυτός που, ακόμη και πριν από τους χρόνους της επίγειας παρουσίας Του, λέγεται μεν ότι επιθύμησε την ομορφιά της, σύμφωνα με τη φωνή του ψαλμωδού, αλλά αποκαλούσε την σκληροτράχηλη Ιερουσαλήμ πόρνη και μοιχαλίδα, και τι άλλο άραγε από αυτά; Σαφέστατα λοιπόν, μέσω μεν του προφήτη Ιεζεκιήλ λέει προς αυτήν: «Γι' αυτό, πόρνη, άκουσε τον λόγο του Κυρίου»· ενώ μέσω της φωνής του Ιερεμία την κατηγορεί ως μοιχαλίδα φωνάζοντας ότι: «Όπως αθετεί η γυναίκα απέναντι στον σύζυγό της, έτσι αθέτησε απέναντί μου ο οίκος του Ισραήλ, λέει ο Κύριος». Επομένως, καθώς ήδη κατά πρόγνωση από θεοπρεπή πρόνοια, παρατήρησε αφενός την ομορφιά της Εκκλησίας των εθνών, αφετέρου δε την αισχρότητα της συναγωγής των Ιουδαίων λόγω της φαυλότητας των τρόπων της, την πρώτη ήδη την προαγαπά και την προετοιμάζει ως οικεία, σαν κάποια νύφη στον νυμφώνα, ενώ προς τη δεύτερη εκδηλώνει από πριν την απέχθειά του, τηρώντας απολύτως για την καθεμία αυτό που της οφείλεται στον κατάλληλο καιρό. Διότι ούτε επιφέρει πρόωρα και ολοκληρωτικά την τιμωρία στους προερχομένους από τον Ισραήλ, ούτε βέβαια προσφέρει ολοκληρωτικά τον εαυτό Του στη Γαλιλαία πριν από τον σωτήριο σταυρό· διότι τότε έπρεπε, πράττοντας αυτό δικαίως και για εύλογες αιτίες, να απομακρυνθεί από την αγάπη προς εκείνους.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες