Ὄντως πολὺ τὸ μέσον ἐκείνων καὶ ἡμῶν, ὅσον τοῦ οὐρανοῦ πρὸς τὴν γῆν, καὶ εἴ τι πλέον. Τί λέγει; μετὰ τοσαῦτα κατορθώματα, μετὰ τὸ ἐν λάκκῳ γενόμενον θαῦμα, οὕτω σεαυτὸν ταπεινὸν ἡγῇ; Ναὶ, φησίν· ὅσα γὰρ ἂν ἐργασώμεθα, ἀχρεῖοι δοῦλοί ἐσμεν. Οὕτω προλαβὼν, τὸ εὐαγγελικὸν παράγγελμα ἐπλήρου, καὶ οὐδὲν ἡγεῖτο ἑαυτόν. Ἐμνήσθη γάρ μου ὁ Θεὸς, ἔλεγε. Καὶ ἡ εὐχὴ αὐτοῦ ὅρα πάλιν ὅσης ταπεινοφροσύνης γέμει. Οὕτω καὶ οἱ τρεῖς παῖδες ἔλεγον· Ἡμάρτομεν, ἠνομήσαμεν· καὶ πανταχοῦ τὸ ταπεινὸν ἑαυτῶν δεικνύουσι. Καίτοι γε εἶχεν ὁ Δανιὴλ μυρίας ἀφορμὰς τοῦ ἐπαίρεσθαι, ἀλλ᾽ ᾔδει ὅτι καὶ ταῦτα αὐτῷ ὑπῆρχεν ἀπὸ τοῦ μὴ ἐπαίρεσθαι, καὶ οὐ διέφθειρε τὸν θησαυρόν. Παρὰ πάντας γὰρ ἀνθρώπους καὶ ἐν τῇ οἰκουμένῃ πάσῃ οὐκ ἐπὶ τούτοις ᾔδετε μόνον, ὅτι ῥίψας ἑαυτὸν εἰς πρόσωπον ὁ βασιλεὺς ἔσπεισεν αὐτῷ, ἀλλ᾽ ὅτι καὶ θεὸν ἐνόμισεν αὐτὸν ὁ πανταχοῦ τῆς γῆς ὡς θεὸς τιμώμενος· πάσης γὰρ αὐτὸς ἐκράτει· καὶ δῆλον ἀπὸ τοῦ Ἱερεμίου· Ὁ ἀναβαλλόμενος γὰρ, φησὶ, τὴν γῆν, ὡς ἱμάτιον· καὶ πάλιν, Ἐγὼ ἔδωκα αὐτὴν Ναβουχοδονόσορ τῷ δούλῳ μου. Καὶ ἐξ ὧν ἐπιστέλλει δῆλον τοῦτο πάλιν, ὅτι οὐκ ἐκεῖ μόνον ἐθαυμάζετο, ἔνθα ἦν, ἀλλὰ καὶ πανταχοῦ, καὶ μείζων ἦν ἀκουόμενος ἢ εἰ παρόντα εἶδον αὐτὸν τὰ λοιπὰ ἔθνη, ὁπότε καὶ διὰ γραμμάτων ὡμολόγησε τὴν δουλείαν καὶ τὸ θαῦμα.
Μετάφραση
Όντως, είναι μεγάλη η απόσταση ανάμεσα σε εκείνους και σε εμάς, όση του ουρανού από τη γη, και ίσως ακόμη μεγαλύτερη. Τι λέει; Μετά από τόσα κατορθώματα, μετά το θαύμα που έγινε στον λάκκο, θεωρείς τον εαυτό σου τόσο ταπεινό; Ναι, λέει· διότι όσα και αν πράξουμε, είμαστε αχρείοι δούλοι. Έτσι, προλαμβάνοντας τα γεγονότα, εκπλήρωνε το ευαγγελικό παράγγελμα, και δεν θεωρούσε τον εαυτό του ως τίποτα. Διότι έλεγε: «Με θυμήθηκε ο Θεός». Και δες πάλι από πόση ταπεινοφροσύνη είναι γεμάτη η προσευχή του. Έτσι και οι τρεις παίδες έλεγαν: «Αμαρτήσαμε, ανομήσαμε»· και παντού αποδεικνύουν την ταπεινότητά τους. Καίτοι ο Δανιήλ είχε άπειρες αφορμές για να υπερηφανεύεται, γνώριζε όμως ότι και αυτά τα κατείχε ακριβώς επειδή δεν υπερηφανευόταν, και έτσι δεν κατέστρεψε τον θησαυρό. Διότι, περισσότερο από όλους τους ανθρώπους και σε ολόκληρη την οικουμένη, δεν ήταν γνωστός μόνο για αυτά, δηλαδή ότι ο βασιλιάς, πέφτοντας με το πρόσωπο στη γη του προσέφερε σπονδή, αλλά και ότι τον θεώρησε θεό, αυτός που παντού στη γη τιμούνταν ως θεός· διότι αυτός κυριαρχούσε στα πάντα. Και αυτό είναι φανερό από τον Ιερεμία: «Αυτός που περιβάλλεται», λέει, «τη γη σαν ιμάτιο»· και πάλι, «Εγώ την έδωσα στον Ναβουχοδονόσορα, τον δούλο μου». Και από τα όσα γράφει στις επιστολές είναι και πάλι φανερό τούτο, ότι δηλαδή δεν θαυμαζόταν μόνο εκεί όπου βρισκόταν, αλλά και παντού, και μέσα από όσα ακούγονταν φάνταζε μεγαλύτερος παρά εάν τα υπόλοιπα έθνη τον έβλεπαν παρόντα, εφόσον και με γραπτές επιστολές ομολόγησε τη δουλεία του στον Θεό και το θαύμα.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες