Ἐγὼ Κύριος. Ὁρᾷς, ὅτι τοῦτο αὐτὸν ἠξίου, ὥστε μὴ παραδοῦναι τὴν πόλιν; ὁ δὲ μονονουχὶ ἀπολογούμενος, καὶ τὰ ἁμαρτήματα λέγει τῶν τόπων τῶν μελλόντων κατακαίεσθαι, καὶ τὴν αἰτίαν. Ὅτι ἦσαν. Τὰ παρ᾽ ἐμαυτοῦ πάντα ἐποίησα, φησὶν, ἐδίδαξα, ἐπαίδευσα· οἱ δὲ εἰς κακίαν ἐξώκειλαν. Ἔδειξαν ὅτι προσφιλονεικοῦντες ταῦτα ἐποίουν. Βωμοὺς ἔστησαν ἐν τῷ ναῷ μου· καὶ τὰ ἄλλα δὲ πάντα ἐτόλμων, καὶ τοὺς υἱοὺς κατέκαυσαν, καὶ αὐτὴν τὴν φύσιν ἠγνόησαν.
Μετάφραση
Εγώ είμαι ο Κύριος. Βλέπεις ότι αυτό του ζητούσε, ώστε να μην παραδώσει την πόλη; Εκείνος όμως, σχεδόν σαν να απολογείται, αναφέρει τα αμαρτήματα των τόπων που πρόκειται να κατακαούν, καθώς και την αιτία. Επειδή ήταν. Όσα εξαρτώνταν από εμένα, αναφέρει, τα έπραξα όλα, δίδαξα, διαπαιδαγώγησα· αυτοί όμως εξόκειλαν στην κακία. Έδειξαν ότι τα έπρατταν αυτά από διάθεση αντιδικίας. Έστησαν βωμούς μέσα στον ναό μου· και όλα τα άλλα τα αποτόλμησαν, μέχρι που κατέκαψαν τους γιους τους και αγνόησαν ακόμη και αυτήν τη φύση.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες