Ἐξῆλθεν ἡ ψυχή, καὶ ἐσβέσθη ἡ στίλβουσα μορφή. Ἐν τῇ σορῷ ἐτέθη καὶ σκωλήκων γίνεται πηγή· δυσωδίαν ἐκπέμπει, καὶ ὡς βέλος τὴν ὀσμὴν φεύγουσιν οἱ παρόντες. Καὶ ἀνήρ, ὁ πόθῳ σφιγγόμενος, οὐ τολμᾷ τῷ τάφῳ πλησιάσαι καί, ἣν ἐφίλει ὡς μέλος, ταύτην φεύγει ὡς βέλος καὶ πύλας ὀσφρήσεως ἐμφράττει, ἵνα μὴ λοιμικὴν ἐνθήκην ἀναπνεύσῃ. 〈Ἵνα τί ἀγαπᾶτε ματαιότητα;〉 Οὐ χηρεύει ἀποδείξεως ὁ λόγος· ὅτι γὰρ ματαιότης τό τε ἔμφυτον καὶ τὸ τεχνητὸν κάλλος, λέγει ὁ προφήτης Ἰερεμίας· 〈Ἐὰν χρίσῃ μίλτῳ καὶ στίλβῃ, εἰς μάτην ὁ ὡραϊσμός σου. Ἵνα τί ἀγαπᾶτε ματαιότητα;〉 Εἰπέ, ὦ γύναι, ἵνα τί δακτύλοις ἐπιγράφεις τὴν ὄψιν; Ἵνα τί λαγνείας χειρόγραφον ποιεῖς σου τὸ πρόσωπον; Μίλτῳ παρειὰς φοινίσσεις· εἰκόνα τοῦ αἰωνίου πυρὸς φέρεις. Στίλβῃ τὰς ὀφρῦς καὶ τὰ βλέφαρα μελαίνεις· σκότους ἐκδεχομένου σε ἀρραβῶνα ἔχεις. Κόμας καὶ πλοκάμους προβάλλει· δεσμὰ τῆς μελλούσης κρίσεως καθ᾽ ἑαυτῆς πλέκεις. Εἰ σωφρονεῖς τῇ πράξει, τῇ ὄψει μὴ λαγνεύου. Εἰ οὐ πωλεῖς τὴν σεμνότητα, μὴ προσθήκην ἀκολασίας τὴν μορφὴν ποίει. Εἰ οὐ προδίδως τὴν κοίτην, ἀποτίναξαι τὴν τοῦ προσώπου κόνιν. Εἰ οὐ δουλεύεις τῇ ἁμαρτίᾳ, μὴ ταῖς ὑπογραφαῖς μεταποιουμένην δείξῃς τὴν ὄψιν. Ὡς γὰρ τὸν οἰκέτην δουλοῖ ὁ χάρτης, οὕτω τὴν ἑταιριζομένην δουλοῖ τὰ νίμματα. 〈Ἵνα τί ἀγαπᾶτε ματαιότητα;〉 Καὶ πόθεν οἶδας, φησίν, ὅτι ἀγαπῶμεν ματαιότητα;
Μετάφραση
Βγήκε η ψυχή, και έσβησε η αστραφτερή μορφή. Τοποθετήθηκε στο φέρετρο και γίνεται πηγή σκουληκιών· εκπέμπει δυσοσμία, και σαν βέλος αποφεύγουν τη μυρωδιά οι παρόντες. Και ο άνδρας, που περισφιγγόταν από πόθο, δεν τολμά να πλησιάσει τον τάφο και αυτήν που φιλούσε ως δικό του μέλος, την αποφεύγει σαν βέλος και φράζει τις πύλες της όσφρησης, για να μην αναπνεύσει μολυσματική αποθήκη. 〈Γιατί αγαπάτε τη ματαιότητα;〉 Ο λόγος δεν στερείται αποδείξεως· διότι ότι είναι ματαιότητα και το έμφυτο και το τεχνητό κάλλος, το λέει ο προφήτης Ιερεμίας· 〈Εάν βαφτείς με κόκκινο χρώμα και στολιστείς, μάταιος είναι ο καλλωπισμός σου. Γιατί αγαπάτε τη ματαιότητα;〉 Πες μου, ώ γυναίκα, γιατί με τα δάχτυλα ζωγραφίζεις το πρόσωπό σου; Γιατί κάνεις το πρόσωπό σου χειρόγραφο λαγνείας; Με κόκκινο χρώμα βάφεις τα μάγουλα· φέρεις την εικόνα του αιωνίου πυρός. Βάφεις τα φρύδια και τα βλέφαρα μαυρίζεις· έχεις τον αρραβώνα του σκότους που σε περιμένει. Μαλλιά και πλεξούδες προβάλλεις· δεσμά της μελλούσης κρίσεως πλέκεις εναντίον του εαυτού σου. Εάν σωφρονείς στην πράξη, μην προκαλείς λαγνεία με την όψη. Εάν δεν πουλάς τη σεμνότητα, μην κάνεις τη μορφή σου προσθήκη ακολασίας. Εάν δεν προδίδεις τη συζυγική κλίνη, αποτίναξε τη σκόνη του προσώπου. Εάν δεν είσαι δούλη της αμαρτίας, μη δείχνεις την όψη σου αλλοιωμένη από τις βαφές. Διότι, όπως τον δούλο τον υποδουλώνει το έγγραφο, έτσι και την πόρνη την υποδουλώνουν τα καλλυντικά. 〈Γιατί αγαπάτε τη ματαιότητα;〉 Και από πού γνωρίζεις, λέει, ότι αγαπάμε τη ματαιότητα;
Περισσότερα
Λεπτομέρειες