Ὁρᾶτε πῶς οὐδὲν παραλιμπάνεται τῇ θείᾳ Γραφῇ; Καὶ ἀνθρακιὰ πυρὸς ἔμπροσθεν αὐτοῦ· καὶ περιεστήκεισαν οἱ σατράπαι· ἐκομίσθη τὸ βιβλίον μυρίων γέμον καλῶν (ἡ γὰρ τῶν κακῶν προφητεία κακῶν ἀναίρεσις ἦν), καὶ ἀνεγινώσκετο. Μνημονεύετέ μοι, παρακαλῶ, τῆς ὑποσχέσεως. Καὶ ἐν τῷ ἀναγινώσκειν αὐτὸν τρεῖς σελίδας, λαβὼν τὴν σμίλην ἔκοψεν, καὶ ἔβαλεν εἰς τὴν ἐσχάραν τοῦ πυρὸς, ἕως ἐξέλιπε τὸ βιβλίον ἅπαν. Εἶδες πῶς οὐ φείδονται οὐδὲ τῶν βιβλίων; πῶς οὐδὲ τῶν γραμμάτων τῶν θείων ἀπέχονται; Ἐπειδὴ αἰχμαλωσίαν εἶχε τῆς Ἱερουσαλὴμ, κατέκοψε· καὶ οὐχ εὑρὼν τὸν προφήτην, εἰς τὰ γράμματα τὴν ὀργὴν ἀφῆκεν. Ὁ τοίνυν τοῖς ἀψύχοις οὕτω πολεμῶν, εἰ τὸν ψυχὴν ἔχοντα εὗρε, τί οὐκ ἂν εἰργάσατο; Καθάπερ γὰρ τὰ χαλεπὰ τῶν θηρίων, ἐπειδὰν ἐπιλάβωνται τῶν πυκτευόντων αὐτοῖς, εἶτα ἐκεῖνοι διαφύγωσι καταλιπόντες ἐν τῷ στόματι τῶν θηρίων ἃ περίκεινται δέρματα, λοιπὸν αὐτὰ περιτρώγουσι παραμυθούμενα τὸν θυμόν· οὕτω δὴ καὶ ὁ βασιλεὺς ἐποίησεν. Οὐχ εὗρε τὸν ἔχοντα τὸ βιβλίον, καὶ αὐτὸ τὸ βιβλίον κατέκοψε· καὶ οὐ κατέκοψε μόνον, ἀλλὰ καὶ ἐνέβαλεν εἰς τὴν ἐσχάραν τοῦ πυρὸς, ἵνα μηδὲ λείψανον μείνῃ τῶν γραμμάτων ἐκείνων. Ἀλλ᾽ οὐδέπω πᾶσαν ἔγνωτε αὐτοῦ τὴν μανίαν· εἴσεσθε δὲ σαφῶς, ἐὰν μετὰ ἀκριβείας τῷ διηγήματι προσέχητε.
Μετάφραση
Βλέπετε πώς τίποτα δεν παραλείπεται από τη θεία Γραφή; Και υπήρχε μπροστά του αναμμένη ανθρακιά· και γύρω του στέκονταν οι σατράπες. Φέρθηκε το βιβλίο που ήταν γεμάτο από αμέτρητα αγαθά (διότι η προφητεία των δεινών αποτελούσε αναίρεση των δεινών), και διαβαζόταν. Θυμηθείτε, σας παρακαλώ, την υπόσχεση. Και καθώς εκείνος διάβαζε τρεις σελίδες, πήρε το μαχαίρι, το έκοψε και το έριξε στην εστία της φωτιάς, μέχρις ότου αφανίστηκε ολόκληρο το βιβλίο. Είδες πώς δεν λυπούνται ούτε τα βιβλία; Πώς δεν απέχουν ούτε από τα θεία γράμματα; Επειδή περιείχε την αιχμαλωσία της Ιερουσαλήμ, το κατέκοψε· και, μη βρίσκοντας τον προφήτη, ξέσπασε την οργή του στα γράμματα. Αυτός, λοιπόν, που πολεμά με τέτοιον τρόπο τα άψυχα, εάν έβρισκε αυτόν που έχει ψυχή, τι δεν θα είχε κάνει; Διότι, όπως ακριβώς τα άγρια θηρία, όταν αρπάξουν εκείνους που τα πολεμούν, και έπειτα εκείνοι ξεφύγουν εγκαταλείποντας στο στόμα των θηρίων τα δέρματα που φορούν, στη συνέχεια τα κατασπαράζουν για να κατευνάσουν τον θυμό τους· έτσι ακριβώς έπραξε και ο βασιλιάς. Δεν βρήκε αυτόν που έφερε το βιβλίο, και κατέκοψε το ίδιο το βιβλίο· και όχι μόνο το κατέκοψε, αλλά και το έριξε στην εστία της φωτιάς, για να μη μείνει ούτε λείψανο από εκείνα τα γράμματα. Αλλά δεν γνωρίσατε ακόμη όλη τη μανία του· θα την κατανοήσετε όμως σαφώς, εάν προσέξετε με ακρίβεια τη διήγηση.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες