Ἐπολιόρκουν τὴν πόλιν αὐτῶν οἱ Πέρσαι ποτὲ, καὶ βαρβαρικὸν στρατόπεδον ἔξω περιεκάθητο· καὶ τὰ τῶν κινδύνων οὐκ ἦν ἄδηλα, ἀλλ᾽ ἐν μέσῃ παγίδι ἡ πόλις ἦν τότε Ἱερουσαλὴμ, ὡπλισμένων ἁπάντων καὶ περιεστώτων ἔξωθεν· ἀλλ᾽ ὅμως οὕτω φανερῶν ὄντων τῶν δεινῶν, ἐπειδὴ Ἱερεμίας ἐλθὼν εἶπε πρὸς αὐτοὺς, ὅτι ἡ πόλις παραδοθήσεται εἰς χεῖρας Χαλδαίων· καίτοι τοῦτο οὐδὲ προφητεία ἦν· οἱ γὰρ ὀφθαλμοὶ αὐτῶν ἑώρων τὰ συμβησόμενα· ἀλλ᾽ ὅμως ἐπειδὴ τὰ φανερὰ καὶ πρὸ τῶν ὀφθαλμῶν εἶπεν, οἱ μιαροὶ καὶ ἀναίσθητοι καὶ περὶ τοὺς εὐεργέτας ἀγνώμονες οὕτως ἐμάνησαν, ὡς προδότην αὐτὸν καὶ λυμεῶνα τῆς πόλεως νομίσαι, καὶ εἰπεῖν, ὅτι Ἐκλύει τὰς χεῖρας τοῦ λαοῦ τούτου. Καὶ μὴν ἐστερέου, καὶ μὴν διήγειρε τὴν προθυμίαν αὐτῶν, καὶ πρὸς Θεὸν ἦγε, τὸ ἀῤῥαγὲς καὶ ἀκαταμάχητον αὐτοῖς περιτιθεὶς τεῖχος· ἀλλ᾽ οὐδὲν τούτων ἐννοήσαντες ἐκεῖνοι, ἐκέλευον αὐτὸν ἀναιρεῖσθαι. Τοιαύτας γὰρ τοῖς εὐεργέταις ἀεὶ τὰς ἀμοιβὰς ἀπεδίδοσαν, καὶ τοῦ βασιλέως συγγνόντος, οὐδὲ οὕτως ἐνέδωκαν, ἀλλ᾽ ἐπειδὴ ἀνελεῖν οὐκ ἴσχυσαν. εἰς τὸν τοῦ βορβόρου λάκκον ἐνέβαλον.
Μετάφραση
Πολιορκούσαν κάποτε την πόλη τους οι Πέρσες, και ένα βαρβαρικό στρατόπεδο είχε στρατοπεδεύσει ολόγυρα έξω από αυτήν· και οι κίνδυνοι δεν ήσαν αφανείς, αλλά η πόλη, η Ιερουσαλήμ, βρισκόταν τότε στο μέσον μιας παγίδας, καθώς όλοι ήσαν οπλισμένοι και την είχαν περικυκλώσει εξωτερικά. Αλλά όμως, αν και τα δεινά ήσαν τόσο φανερά, επειδή ο Ιερεμίας προσήλθε και τους είπε ότι η πόλη θα παραδοθεί στα χέρια των Χαλδαίων —καίτοι αυτό δεν αποτελούσε καν προφητεία, διότι τα ίδια τους τα μάτια έβλεπαν αυτά που επρόκειτο να συμβούν— εντούτοις, επειδή τους είπε τα φανερά και όσα βρίσκονταν προ των οφθαλμών τους, οι μιαροί και αναίσθητοι και αγνώμονες απέναντι στους ευεργέτες τους μάνιασαν τόσο πολύ, ώστε να τον θεωρήσουν προδότη και λυμεώνα της πόλης, και να πουν ότι «παραλύει τα χέρια αυτού του λαού». Κι όμως, αυτός τους στερέωνε, κι όμως, διέγειρε την προθυμία τους και τους καθοδηγούσε προς τον Θεό, περιβάλλοντάς τους με ένα άρρηκτο και ακαταμάχητο τείχος· αλλά εκείνοι, μη κατανοώντας τίποτε από όλα αυτά, ζητούσαν να θανατωθεί. Διότι τέτοιου είδους αμοιβές απέδιδαν πάντοτε στους ευεργέτες τους, και μολονότι ο βασιλιάς έδειξε επιείκεια, ούτε και τότε υποχώρησαν, αλλά επειδή δεν μπόρεσαν να τον θανατώσουν, τον έριξαν στον λάκκο με τον βούρκο.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες