Γέγραπται γὰρ ὡδί. Πεπορθημένων δὲ τῶν Ἱεροσολύμων ἐπὶ τοῦ Ναβουχοδονόσορ, ἀνέβησαν ἄνδρες ἀπὸ Συχὲμ, καὶ ἀπὸ Σαλὴμ, καὶ Σαμαρείας, καθά φησιν Ἱερεμίας· Ὀγδοήκοντα ἄνδρες ἐξυρημένοι πώγωνας, καὶ διεῤῥωγότες τὰ ἱμάτια, καὶ κοπτόμενοι, καὶ μάννα καὶ λίβανον ἐν ταῖς χερσὶν αὐτῶν, τοῦ εἰσενεγκεῖν εἰς τὸν οἶκον Κυρίου. Οὐκοῦν πένθους τε ἅμα, καὶ ἀτιμίας ἦν τρόπος τὸ ἀποκείρειν ξυρῷ κεφαλήν τε καὶ πώγωνα. Τοῦτο πείσεσθαι κατὰ καιροὺς τὴν τῶν Ἰουδαίων χώραν ὁ προφητικὸς ἔφη λόγος. Ἀπομενεῖ γὰρ, φησὶν, ἀπολωλότων αὐτῆς τῶν τέκνων, πενθοῦσά τε καὶ ἀτιμωτάτη. Εἰ δὲ δή τις βούλοιτο καὶ καθ᾽ ἕτερον τρόπον τοῖς θεωρήμασι προσβαλεῖν, ἐννοήσει τι τοιοῦτον. Τρίχας μὲν γὰρ κεφαλῆς τάχα πού φησιν τοὺς ἐντιμωτάτους πλούτῳ τε καὶ ὑπεροχαῖς τῶν ἄλλων ὑπερανεστηκότας· ἀνωτέρω γὰρ κεφαλῆς οὐδέν· πώγωνα δὲ, τοὺς ἐν συνέσει καὶ φρεσίν· οὕτω γὰρ πώγων ἀεὶ λαμβάνεται παρὰ τῇ θεοπνεύστῳ Γραφῇ. Ὅταν δὲ καὶ ποδῶν ὀνομάζει τρίχας, σημαίνει που, κατὰ τὸ εἰκὸς, τοὺς ἐν τάξει κειμένους τῇ ἐσχάτῃ καὶ κατωτάτω. Ἐφείσατο δὲ τὸ παράπαν οὐδενὸς τὸ ξυρὸν μεμεθυσμένον, ἀλλ᾽ ὁμοῦ τοῖς ὑπερκειμένοις, μέσους τε καὶ τελευταίους, καὶ συνετοὺς τῆς Ἰουδαίων ἀπέκειρε χώρας, ὡς ἀφεῖναι γυμνὴν καὶ ἐψιλωμένην.
Μετάφραση
Διότι έχει γραφτεί ως εξής. Όταν κυριεύθηκαν τα Ιεροσόλυμα επί Ναβουχοδονόσορα, ανέβηκαν άνδρες από τη Συχέμ, και από τη Σαλήμ, και από τη Σαμάρεια, όπως λέει ο Ιερεμίας: Ογδόντα άνδρες με ξυρισμένα γένια, και με σκισμένα τα ιμάτια, και χτυπώντας τον εαυτό τους από πένθος, και έχοντας προσφορές (μανάα) και λιβάνι στα χέρια τους, για να τα προσφέρουν στον οίκο του Κυρίου. Επομένως, το να ξυρίζει κανείς με ξυράφι το κεφάλι και τα γένια του ήταν έκφραση πένθους και συγχρόνως ατιμίας. Αυτό είπε ο προφητικός λόγος ότι θα πάθαινε κάποτε η χώρα των Ιουδαίων. Διότι θα απομείνει, λέει, αφού χαθούν τα τέκνα της, πενθούσα και βαθύτατα ατιμασμένη. Εάν όμως κάποιος ήθελε να προσεγγίσει τα νοήματα και με άλλον τρόπο, θα κατανοήσει κάτι τέτοιο. Ως τρίχες της κεφαλής ίσως εννοεί τους πλέον αξιοτίμους, οι οποίοι ξεπερνούν τους άλλους σε πλούτο και αξιώματα· διότι τίποτα δεν είναι ανώτερο από το κεφάλι. Ως γένια, εννοεί αυτούς που διακρίνονται σε σύνεση και φρόνηση· διότι έτσι εκλαμβάνεται πάντοτε το γένι στη θεόπνευστη Γραφή. Όταν δε ονομάζει τρίχες των ποδιών, σημαίνει προφανώς, όπως είναι φυσικό, αυτούς που βρίσκονται στην έσχατη και κατώτατη τάξη. Δεν λυπήθηκε όμως απολύτως κανέναν το μεθυσμένο ξυράφι, αλλά μαζί με τους ανώτερους, έκοψε από τη χώρα των Ιουδαίων και τους μεσαίους και τους τελευταίους, και τους συνετούς, ώστε να την αφήσει γυμνή και αποψιλωμένη.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες