Ἐξέκλιναν καὶ ἀπήλθοσαν, καὶ οὐκ εἶπαν τῇ καρδίᾳ αὐτῶν· Φοβηθῶμεν δὴ Κύριον τὸν Θεὸν ἡμῶν.» Ποτὲ δὲ δριμύτερον ἐπισκήπτων τοῖς ἀναιδέστερον δραπετεύουσιν, ἔλεγε· «Εἰ ἀλλάξεται Αἰθίωψ τὸ δέρμα αὐτοῦ; καὶ πάρδαλις τὰ ποικίλματα αὑτῆς; καὶ ὑμεῖς δυνήσεσθε εὖ ποιεῖν, μεμαθηκότες τὰ κακά;» Ἐπὶ τοσοῦτον γὰρ ἐκράτη τοῦ γένους ὁ πάσης ἁμαρτίας πατὴρ, ὡς ὀλίγους εἶναι παντελῶς τοὺς τιμῶντας Θεὸν, καὶ τοῦ νομοθέτου μεμνῆσθαι δεῖν ἐγνωκότας.
Μετάφραση
Εξετράπησαν και απήλθαν, και δεν είπαν στην καρδιά τους: Ας φοβηθούμε λοιπόν Κύριον τον Θεό μας.» Άλλοτε πάλι, επιτιμώντας δριμύτερα εκείνους που αποστατούσαν με μεγαλύτερη αναίδεια, έλεγε: «Μήπως μπορεί ο Αιθίοπας να αλλάξει το δέρμα του; Ή η λεοπάρδαλη τα στίγματά της; Έτσι κι εσείς, θα μπορέσετε να πράξετε το καλό, έχοντας μάθει τα κακά;» Διότι σε τέτοιο βαθμό κυριάρχησε στο ανθρώπινο γένος ο πατέρας κάθε αμαρτίας, ώστε να είναι εντελώς λίγοι εκείνοι που τιμούσαν τον Θεό και είχαν επίγνωση ότι έπρεπε να θυμούνται τον νομοθέτη.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες